Συμβολή στην κλινική εκτίμηση, αντιμετώπιση και παθολογοανατομική μελέτη των κακοήθων όγκων των σιελογόνων αδένων

Διδακτορική Διατριβή uoadl:1308164 276 Αναγνώσεις

Μονάδα:
Τομέας Χειρουργικής
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης:
2013-06-18
Έτος εκπόνησης:
2013
Συγγραφέας:
Μοιρέας Γεώργιος
Στοιχεία επταμελούς επιτροπής:
Γιωτάκης Ιωάννηs (Καθηγητής Ωτορινολαρυγγολογίας), Μανωλόπουλος Λεωνίδας (Καθηγητής Ωτορινολαρυγγολογίας), Φερεκύδης Ελευθέριος (Καθηγητής Ωτορινολαρυγγολογίας)
Πρωτότυπος Τίτλος:
Συμβολή στην κλινική εκτίμηση, αντιμετώπιση και παθολογοανατομική μελέτη των κακοήθων όγκων των σιελογόνων αδένων
Γλώσσες διατριβής:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Contribution in clinical evaluation, therapy and histopathologic study of malignant tumors of salivary glands
Περίληψη:
Ο καρκίνος των σιελογόνων αδένων είναι σχετικά σπάνιος, με περίπου ένα νέο
περιστατικό ανά 100.000 πληθυσμού ανά έτος, αποτελώντας το 3-6% του καρκίνου
κεφαλής και τραχήλου. Επιπρόσθετα, χαρακτηρίζεται από μεγάλη ιστοπαθολογική
ετερογένεια, με 23 διαφορετικούς τύπους σύμφωνα με την τρέχουσα κατάταξη. Τα
δύο αυτά χαρακτηριστικά καθιστούν δυσχερέστερη σε σχέση με άλλους συχνότερους
τύπους καρκίνου τη συγκέντρωση και επεξεργασία πληροφοριών απαραίτητων για την
ανάπτυξη κατευθυντήριων θεραπευτικών οδηγιών καθώς και για την πρόγνωση της
νόσου.
Στην περίπτωση Τ1 και Τ2 όγκων με κλινικά Ν0 τράχηλο, ακόμα και αν υπάρχουν
αποδείξεις ότι η εξαίρεση του όγκου είναι πλήρης, οι κατευθυντήριες οδηγίες
επικαλούνται την ύπαρξη προγνωστικών παραγόντων για τη λήψη της απόφασης
ακτινοβόλησης του όγκου ή όχι. Άλλη περίπτωση στην οποία οι κατευθυντήριες
οδηγίες αφήνουν περιθώρια ελιγμών, είναι το κατά πόσο θα ακτινοβοληθούν οι Τ1
και Τ2 όγκοι χαμηλής διαφοροποίησης, με αποδεδειγμένη διασπορά. Καθίσταται
λοιπόν προφανής η αναγκαιότητα αναγνώρισης και ταυτοποίησης προγνωστικών
δεικτών για τον καρκίνο των σιελογόνων, πλην των γνωστών όπως το στάδιο, ο
ιστολογικός τύπος και ο βαθμός διαφοροποίησης.
Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση του ρόλου τεσσάρων παραγόντων:
της φωσφοπρωτεΐνης p53, του κυτταρικού δείκτη πολλαπλασιασμού Κi-67, της
διαμεμβρανικής πρωτεΐνης E-Cadherine και της GFAP (Glial fibrillary acidic
protein).
Η προϋπάρχουσα βιβλιογραφία τους συνέδεε με τη διαδικασία της καρκινογένεσης
και με άλλους τύπους καρκίνου, αλλά υπήρχε ανεπάρκεια βιβλιογραφικών δεδομένων
σχετικά με τον πιθανό τους ρόλο στον καρκίνο των σιελογόνων αδένων.
Συλλέχθηκαν στοιχεία από 33 ασθενείς με καρκίνο των σιελογόνων αδένων, 15
άνδρες και 18 γυναίκες, κατεγράφησαν επιδημιολογικά και κλινικά στοιχεία
(στάδιο, ιστολογικός τύπος, διήθηση τραχηλικών λεμφαδένων, θεραπεία) και η
παρακολούθηση διήρκησε 1-8 έτη (μ.ο: 3,32 έτη).
Από την ομάδα αυτή των ασθενών, το 27,3% εμφάνισε υποτροπή κατά τη διάρκεια της
παρακολούθησης και το 18,2% κατέληξε εξ’αιτίας της νόσου.
Τα ποσοστά ανίχνευσης για το Ki-67 ήταν 36,3%, για το p53 ήταν 33%, για την
E-Cadherine 72% και για τη GFAP 50%.
Η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων με χρήση τόσο δοκιμασιών συσχέτισης όσο
και καμπυλών επιβίωσης ανέδειξε στατιστικά σημαντική συσχέτιση της έκφρασης της
Ki-67 και της p53 με την πιθανότητα υποτροπής αλλά και με τη σχετιζόμενη με τη
νόσο επιβίωση. Για τα άλλα δύο μόρια δεν αποδείχθηκε τέτοιου τύπου συσχέτιση,
αντίθετα η E-Cadherine φέρεται να σχετίζεται με αυξημένη πιθανότητα επιβίωσης.
Λέξεις-κλειδιά:
κακοήθεις όγκοι, σιελογόνοι αδένες, Ε-Καντχερίνη, ki-67, p53, GFAP, πρόγνωση
Ευρετήριο:
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
0
Εικονογραφημένη:
Ναι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
187
Αριθμός σελίδων:
142