Αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ακτινογραφικών μετρήσεων, γραμμικών και εμβαδομετρικών, για τον προσδιορισμό της οστικής συμπεριφοράς περιοδοντικά θεραπευμένων ή μη δοντιών

Διπλωματική Εργασία uoadl:1446807 364 Αναγνώσεις

Μονάδα:
Κατεύθυνση Περιοδοντολογία (Κλινικές Ειδικεύσεις)
Βιβλιοθήκη Οδοντιατρικής
Ημερομηνία κατάθεσης:
2017-03-29
Έτος εκπόνησης:
2016
Συγγραφέας:
Καραΐσκου Μαρία
Στοιχεία επιβλεπόντων καθηγητών:
Αλεξάνδρα Τσάμη-Πανδή, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Εργαστήριο Περιοδοντολογίας, ΕΚΠΑ
Ιωάννης Καρούσης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Εργαστήριο Περιοδοντολογίας, ΕΚΠΑ
Ιωάννης Φουρμούζης, Επίκουρος Καθηγητής, Εργαστήριο Περιοδοντολογίας, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος Τίτλος:
Αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ακτινογραφικών μετρήσεων, γραμμικών και εμβαδομετρικών, για τον προσδιορισμό της οστικής συμπεριφοράς περιοδοντικά θεραπευμένων ή μη δοντιών
Γλώσσες εργασίας:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ακτινογραφικών μετρήσεων, γραμμικών και εμβαδομετρικών, για τον προσδιορισμό της οστικής συμπεριφοράς περιοδοντικά θεραπευμένων ή μη δοντιών
Περίληψη:
Η αναδρομική αυτή ακτινογραφική μελέτη σχεδιάστηκε με σκοπό την αξιολόγηση της οστικής συμπεριφοράς περιοδοντικά προσβεβλημένων δοντιών μετά την περιοδοντική θεραπεία ή επί απουσία αυτής, βασιζόμενη στην αξιοπιστία των αναλογιών της κλινικής μύλης και ρίζας αλλά και της υπολειπόμενης έναντι της φυσιολογικής οστικής στήριξης, οι οποίες αξιολογήθηκαν ως διαγνωστικοί παράγοντες. Η αξιολόγηση αυτή έγινε με τη βοήθεια γραμμικών μετρήσεων και εμβαδομετρήσεων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με το λογισμικό πρόγραμμα EMAGO, σε ψηφιακές ακτινογραφίες, που είχαν προκύψει από τη μετατροπή συμβατικών μη τυποποιημένων οπισθοφατνιακών ακτινογραφιών.
Το υλικό της μελέτης συγκεντρώθηκε από υπάρχουσες ήδη αρχειοθετημένες συμβατικές οπισθοφατνιακές ακτινογραφίες 45 ασθενών με χρόνια περιοδοντίτιδα βραδείας εξέλιξης, μέσης βαρύτητας ή προκεχωρημένης. Οι ασθενείς αυτοί 5-10 χρόνια πριν, είχαν προσέλθει για περιοδοντική εξέταση και διάγνωση, στα πλαίσια της οποίας είχαν υποβληθεί σε κλινική εξέταση και ακτινολογικό έλεγχο, που αφορούσε στη λήψη οπισθοφατνιακών ακτινογραφιών με τη τεχνική του παραλληλισμού και τη χρήση συγκρατητήρων. Εν συνεχεία, αυτοί οι ασθενείς είτε ολοκλήρωσαν την περιοδοντική θεραπεία και εντάχθηκαν στο σύστημα επανάκλησης και επανεξέτασης, στο οποίο δεν προσήλθαν ποτέ (Ομάδα Α, 15 ασθενείς) ή ανταποκρίθηκαν σε αυτό ικανοποιητικά (Ομάδα Β, 15 ασθενείς) είτε δεν πραγματοποίησαν την απαιτούμενη θεραπεία αλλά προσήλθαν μερικά χρόνια μετά για να υποβληθούν σε αυτή (Ομάδα Γ). Και στις τρεις ομάδες των ασθενών πραγματοποιήθηκε και δεύτερος πλήρης ακτινολογικός έλεγχος, με σκοπό την εκτίμηση της έκτασης αλλά και της βαρύτητας της υπάρχουσας κατάστασης.
Η επιλογή τόσο των περιοδοντικών ασθενών όσο και των υπό αξιολόγηση προσθίων δοντιών της άνω και κάτω γνάθου αυτών έγινε με συγκεκριμένα κριτήρια. Τα κριτήρια αυτά σε επίπεδο ασθενούς αφορούσαν σε υγιή συστηματικά άτομα ή σε άτομα που ακόμη και αν είχαν βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό ή ελάμβαναν φάρμακα αυτά δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της περιοδοντικής θεραπείας ή την εξέλιξη της νόσου, σε μη καπνιστές ή καπνιστές μέχρι 10 τσιγάρων την ημέρα, σε άτομα με πλήρη οδοντικό φραγμό ή τουλάχιστον επί απουσίας ορισμένων οπισθίων δοντιών και παρουσία προσθετικής αποκατάστασης αυτή δεν θα έπρεπε να είχε αλλαχθεί στο χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει μεταξύ των δύο ακτινολογικών ελέγχων. Τα κριτήρια σε επίπεδο δοντιού αφορούσαν σε δόντια των οποίων η αναλογία κλινικής μύλης και ρίζας ήταν από 0,5 μέχρι 0,72 στα οποία δεν υπήρχαν ενδοστικές βλάβες με μεγάλο βάθος και μικρό εύρος, δηλαδή μικρή ακτινογραφική γωνία, γειτνιάσεις, μη αποδεκτές επανορθωτικές αποκαταστάσεις, κινητικότητα, απόκλιση της θέσης τους στον οδοντικό φραγμό, μετακίνηση σε κάθετη διάσταση και τραύμα σύγκλεισης.
Η διαδικασία που ακολουθήθηκε, από τη συγκέντρωση του αρχειακού υλικού δηλαδή την επιλογή των υπό αξιολόγηση προσθίων δοντιών μέχρι την καταγραφή των υπό διερεύνηση και αξιολόγηση αναλογιών, ήταν αρχικά η μετατροπή των δύο μη τυποποιημένων (αρχική και μεταγενέστερη) συμβατικών ακτινογραφιών σε έμμεσες ψηφιακές εικόνες. Ακολούθησε, η επεξεργασία των ψηφιακών αυτών ακτινογραφικών εικόνων ανά ζεύγη και η εφαρμογή του λογισμικού προγράμματος EMAGO, ώστε να αναπαραχθεί η δεύτερη ψηφιακή εικόνα (μεταγενέστερη ακτινογραφία) με την ίδια γεωμετρική τυποποίηση της αρχικής ψηφιακής εικόνας (αρχική ακτινογραφία). Με τον τρόπο αυτή προέκυψε μία τρίτη ψηφιακή εικόνα (ανασυντιθέμενη, reconstruction image), η δημιουργία της οποίας είχε ως βασικό σκοπό τη διόρθωση της πυκνότητας και της αντίθεσης, που υπήρχε προφανώς στη δεύτερη ψηφιακή εικόνα.
Εν συνεχεία, έγιναν βασιζόμενες σε συγκεκριμένα σημεία αναφοράς οι μετρήσεις ώστε να προσδιοριστούν γραμμικά και εμβαδομετρικά οι υπό διερεύνηση και αξιολόγηση αναλογίες. Τα σημεία αναφοράς ήταν για κάθε υπό αξιολόγηση δόντι το πλέον προέχον σημείο της μύλης αυτού, το όριο της αδαμαντινο-οστεϊνικής ένωσης, το ακρορρίζιο και το πλέον μυλικό σημείο της κορυφής της φατνιακής απόφυσης.
Συγκεκριμένα, οι γραμμικές μετρήσεις της ανατομικής μύλης και της ανατομικής ρίζας έγιναν μόνο στην αρχική ψηφιακή ακτινογραφία, ενώ οι μετρήσεις της κλινικής μύλης και ρίζας, της υπολειπόμενης οστικής στήριξης και της φυσιολογικής οστικής στήριξης έγιναν στην αρχική και στην ανασυντιθέμενη ψηφιακή ακτινογραφία. Αντίστοιχα, οι εμβαδομετρήσεις που αφορούσαν στο εμβαδόν της ανατομικής μύλης και ρίζας έγιναν μόνο στην αρχική ψηφιακή ακτινογραφία, ενώ εκείνες που αφορούσαν στο εμβαδόν της υπολειπόμενης οστικής στήριξης, της φυσιολογικής οστικής στήριξης, καθώς της κλινικής μύλης και ρίζας έγιναν τόσο στην αρχική όσο και στην ανασυντιθέμενη ψηφιακή ακτινογραφία.
Οι γραμμικές μετρήσεις που έγιναν αφορούσαν και στις δύο όμορες επιφάνειες των υπό αξιολόγηση δοντιών, ενώ ως τελική τιμή καταγράφηκε η μέση τιμή των δύο μετρήσεων. Επίσης, τόσο οι γραμμικές μετρήσεις όσο και οι εμβαδομετρήσεις σε κάθε υπό αξιολόγηση δόντι έγιναν δύο φορές, εντός χρονικού διαστήματος 15 ημερών από τον ίδιο εξεταστή, αφού προηγουμένως αυτός είχε τυποποιηθεί, προσδιορίζοντας ως τελική τιμή της κάθε μέτρησης τη μέση τιμή των δύο καταγραφών. Η διαδικασία αυτή κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να περιοριστεί στο ελάχιστο η πιθανότητα υποτίμησης ή και υπερτίμησης των δεδομένων. Όλες οι μετρήσεις που έγιναν σε αυτή τη μελέτη εκφράστηκαν αποκλειστικά σε pixels, που στο πρόγραμμα EMAGO αποτελεί τη μονάδα μέτρησης, η αντιστοιχία της οποίας είναι 10 pixels ισοδύναμο του 1 χιλιοστού.
Για τη στατιστική επεξεργασία των αποτελεσμάτων χρησιμοποιήθηκαν παραμετρικές μέθοδοι, και αυτές ήταν η ανάλυση διακύμανσης κατά ένα παράγοντα (one way analysis of variance, ANOVA), η δοκιμασία Student’s t-test ανά ζεύγη, η δοκιμασία Χ2 καθώς και η μέθοδος της ευθύγραμμης γραμμικής παλινδρόμησης (linear regression analysis) που εφαρμόστηκε ως μονομεταβλητή ανάλυση (univariance analysis). Προσδιορίστηκαν ακόμη, ο παραμετρικός συντελεστής Pearson (r, Pearson rank correlation coefficient) και ο συντελεστής γραμμικής παλινδρόμησης (β, coefficient of variance). Ακόμη, χρησιμοποιήθηκε ο τετράπτυχος πίνακας, με σκοπό να καθοριστεί η ευαισθησία, η ειδικότητα, η θετική και η αρνητική διαγνωστική αξία μεταξύ των δύο τρόπων καταγραφής (γραμμικά και εμβαδομετρικά) των αναλογιών τόσο της κλινικής μύλης και ρίζας όσο και της υπολειπόμενης έναντι της φυσιολογικής οστικής στήριξης. Ο τετράπτυχος αυτός πίνακας έγινε χωριστά για το σύνολο των υπό αξιολόγηση δοντιών κάθε μιας ομάδας ασθενών (180 δόντια) και με κριτήριο διαχωρισμού (cut off point), ως ήδη αναφέρθηκε τα 10 pixels, δηλαδή το 1 χιλιοστό.
Για όλες τις περιπτώσεις των συγκρίσεων και συσχετίσεων, αλλά και των κριτηρίων αξιολόγησης μεταξύ των δύο τρόπων μέτρησης των υπό αξιολόγηση αναλογιών, η στατιστική σημαντικότητα προσδιορίσθηκε με όριο πιθανότητας λάθους 1% (p≤0,01). Η ανάλυση των αποτελεσμάτων σε αυτή τη μελέτη έγινε με το στατιστικό πακέτο STATA 9.0.
Από τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης μπορούν να διατυπωθούν τα ακόλουθα συμπεράσματα, ως προς τις αναλογίες της κλινικής μύλης και ρίζας αλλά και της υπολειπόμενης έναντι της φυσιολογικής οστικής στήριξης:
1. και οι δύο αυτές αναλογίες μπορούν να αναγνωρίσουν αξιόπιστα την οστική συμπεριφορά των περιοδοντικά προσβεβλημένων δοντιών μετά από τη θεραπεία ή επί απουσία αυτής.
2. η εμβαδομετρική αξιολόγηση των δύο αυτών αναλογιών υπερέχει ως διαγνωστική μέθοδος της γραμμικής, αφού μπορεί να «αναγνωρίσει» σε μεγαλύτερο ποσοστό μεταβολές που προκύπτουν στην οστική συμπεριφορά οι οποίες είναι μέχρι και 1 χιλιοστό.
3. η εμβαδομετρική αξιολόγηση αυτών των αναλογιών διαθέτει υψηλού βαθμού αρνητική προγνωστική αξία, η οποία για τις θετικές ή αρνητικές μεταβολές στην αναλογία της κλινικής μύλης και ρίζας κυμαίνεται από 80,55% μέχρι 86,67% και στην αναλογία της υπολειπόμενης έναντι φυσιολογικής οστικής στήριξης κυμαίνεται από 82,78% μέχρι 85,55%.
4. για κάθε μονάδα αύξησης του εμβαδομετρικού προσδιορισμού των μεταβολών στην αναλογία της κλινικής μύλης και ρίζας αντιστοιχεί αύξηση 0,93 μονάδων του αντίστοιχου γραμμικού προσδιορισμού και αυτό αφορά στους αθεράπευτους ασθενείς και στους θεραπευμένους περιοδοντικά αλλά μη ανταποκρινόμενους στη φάση διατήρησης ασθενείς καθώς και μείωση κατά 0,81 μονάδες του αντίστοιχου γραμμικού προσδιορισμού και αυτό αφορά στους θεραπευμένους περιοδοντικά και πλήρως ανταποκρινόμενους ασθενείς στη φάση διατήρησης του αποτελέσματος.
5. για κάθε μονάδα αύξησης του εμβαδομετρικού προσδιορισμού των μεταβολών στην αναλογία της υπολειπόμενης έναντι φυσιολογικής οστικής στήριξης αντιστοιχεί αύξηση 0,77 μονάδων του αντίστοιχου γραμμικού προσδιορισμού και αυτό αφορά στους θεραπευμένους περιοδοντικά και πλήρως ανταποκρινόμενους στη φάση διατήρησης ασθενείς καθώς και μείωση κατά 0,71 και 0,79 μονάδες του αντίστοιχου γραμμικού προσδιορισμού και αυτό αφορά στους θεραπευμένους περιοδοντικά αλλά μη ανταποκρινόμενους στη φάση διατήρησης ασθενείς καθώς και στους αθεράπευτους ασθενείς.
Κύρια θεματική κατηγορία:
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά:
αναλογία κλινικής μύλης και ρίζας, υπολειπόμενη έναντι φυσιολογικής οστικής στήριξης, προγνωστικοί παράγοντες, ψηφιακή ακτινογραφία, γραμμικές μετρήσεις και εμβαδομετρήσεις
Ευρετήριο:
Ναι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
2
Εικονογραφημένη:
Ναι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
776
Αριθμός σελίδων:
344

Καραϊσκου Μαρία.pdf
3 MB
Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στο αρχείο. H πρόσβαση επιτρέπεται μόνο εντός του δικτύου του ΕΚΠΑ.