Επικίνδυνα Σώματα στην Κρίση: Ανάλυση Λόγου στη Δίωξη των Οροθετικών Γυναικών

Διπλωματική Εργασία uoadl:2285465 299 Αναγνώσεις

Μονάδα:
Κατεύθυνση Κοινωνιολογία
Βιβλιοθήκη Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης - Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης - Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών
Ημερομηνία κατάθεσης:
2017-11-22
Έτος εκπόνησης:
2017
Συγγραφέας:
Γεωργακόπουλος Βασίλης
Στοιχεία επιβλεπόντων καθηγητών:
Κύρκος Δοξιάδης, Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ.
Γεράσιμος Κουζέλης, Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ.
Χάρις Ξιναρή, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Σχολή Επιστημών της Αγωγής, Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου
Πρωτότυπος Τίτλος:
Επικίνδυνα Σώματα στην Κρίση: Ανάλυση Λόγου στη Δίωξη των Οροθετικών Γυναικών
Γλώσσες εργασίας:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Επικίνδυνα Σώματα στην Κρίση: Ανάλυση Λόγου στη Δίωξη των Οροθετικών Γυναικών
Περίληψη:
Σε αυτή την εργασία δεν θα εμμείνουμε στους τρόπους και τις τεχνικές της βίας που δέχτηκαν οι οροθετικές γυναίκες και τρανς μέσα από τη διαπόμπευσή τους, όχι μόνο γιατί στάθηκε ιδιαιτέρως δύσκολο να αναμετρηθούμε με τη βία των δημοσιευμένων φωτογραφιών δίπλα από τη λεζάντα «ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ»4 και την οποία σε καμία περίπτωση δεν θέλαμε να αναβιώσουμε μέσα απ’ την αναπαράστασή της αναβιώνοντας μαζί της τον πόνο που προκάλεσε, αλλά περισσότερο γιατί με αυτό τον τρόπο θα παρασυρόμασταν σε μια ανάλυση που θα μετατόπιζε το κέντρο βάρους της εξέτασής μας στο πεδίο του επικοινωνιακού λόγου των μέσων της μαζικής επικοινωνίας και θα απομακρυνόμασταν απ’ τον πολιτικό λόγο των δύο υπουργών που είχαν την ηθική ευθύνη της διαπόμπευσης και του πολιτικού λόγου που συνάρθρωσαν, μέσα απ’ τον οποίο συγκροτήθηκαν τα σχήματα του ηθικού πανικού τα οποία στη συνέχεια αναπαράχθηκαν με ωμότητα απ’ τα ΜΜΕ. Στη συνέχεια, θα δοκιμάσουμε να εξετάσουμε τον λόγο του υπουργικού διδύμου Λοβέρδου-Χρυσοχοΐδη μέσα απ’ τα «επιτελεστικά» σχήματα του «ηθικού πανικού» που συγκρότησε, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια των διώξεων και των εξαναγκαστικών υγειονομικών ελέγχων, και τους ρόλους που τελικά αυτά έπαιξαν την ιδιαίτερη περίοδο της κρίσης, απομονώνοντας την ένταση της διάχυτης κοινωνικής ανασφάλειας και διοχετεύοντάς την στην κατασκευή ενός εσωτερικού εχθρού, στην προσπάθεια της εκ νέου απόσπασης της διαταραγμένης κοινωνικής συναίνεσης, μέσα από την επανοριοθέτηση των σύγχρονων μορφών υποκειμενοποίησης της βιοπολιτικής του νεοφιλελευθερισμού.
Στην παρακάτω εργασία εξετάζεται ο λόγος που ανέπτυξαν οι υπουργοί Υγείας και Προστασίας του Πολίτη την προεκλογική άνοιξη του 2012 και ειδικότερα μετά την έκδοση της υγειονομικής διάταξης 39α που αποτέλεσε το νομιμοποιητικό πλαίσιο ώστε τα δύο υπουργεία σε συνεργασία να προβούν στους μαζικούς εξαναγκαστικούς υγειονομικούς ελέγχους στο κέντρο της Αθήνας την άνοιξη του 2012 με σκοπό τον «περιορισμό της διάδοσης λοιμωδών νοσημάτων», αποτέλεσμα των οποίων ήταν τελικά η δίωξη και η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών και τρανς, μαζί φυσικά με τις συνθήκες μέσα στις οποίες όλα αυτά πραγματώθηκαν. Οι λόγοι των υπουργών θα εξεταστούν συνδυαστικά με τρόπο αλληλοσυμπληρωματικό, έτσι όπως θεωρούμε ότι αρθρώθηκαν την περίοδο που συνεργάστηκαν, καθώς άλλωστε τις φορές που μιλούν ανεξάρτητα οι ίδιοι σπεύδουν να αντλήσουν νομιμοποίηση και να εκφράσουν της αλληλεγγύη τους ο ένας στον άλλο. Τα σχήματα που τελικά συγκροτήθηκαν μέσα απ’ την κινδυνολογία του ηθικού πανικού που μαζί ανέπτυξαν δεν μπορούν να ιδωθούν ξεχωριστά, αφού όπως θα δούμε και στη συνέχεια δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε το ίδιο το πλαίσιο στο οποίο αναδύθηκαν χωρίς την εν λόγω συνεργασία που τελικά το έκανε δυνατό.
Τα σχήματα που θα εξεταστούν σχηματίστηκαν μέσα από μια πληθώρα δελτίων τύπου, συνεντεύξεων, ακόμα και συνεδριακών εισηγήσεων και τηλεοπτικών σχολιασμών, δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά μέσα από μια υγειονομική διάταξη ούτε από τη διαπομπευτικού τύπου δημοσιοποίηση των φωτογραφιών των οροθετικών. Αυτή είναι μια βασική θέση της εργασίας και γι’ αυτό θα προσπαθήσουμε να δούμε αυτά τα σχήματα να συγκροτούνται μέσα απ’ τις διάσπαρτες επαναλαμβανόμενες αναφορές των υπουργών σε συγκεκριμένα θέματα κάθε φορά στον λόγο τους, μερικές φορές και σε περιπτώσεις που δεν θα περίμενε κανείς πως το θεματολογικό πλαίσιο της ομιλίας είχε σχέση με αυτά, θέτοντάς τα έτσι ως κεντρικά πολιτικά διακυβεύματα. Αυτή είναι, λοιπόν, και μια βασική υπόθεση εργασίας, αφού η εξέταση του λόγου των υπουργών θα γίνει με τρόπο ώστε να αναδειχθούν τόσο οι τεχνικές με τις οποίες σχηματίστηκε το αναγκαίο πλαίσιο που νομιμοποίησε τόσο τυπικά όσο και κοινωνικά τις μαζικές διώξεις ανθρώπων με κριτήριο την οροθετικότητά τους ή/και το χρώμα του δέρματός τους, όσο και οι συνθήκες που έκαναν αυτές τις τεχνικές δυνατό να αναπτυχθούν, το πλαίσιο δηλαδή του ευρύτερου λόγου στο οποίο ενσωματώθηκαν και ενσωμάτωσαν ταυτόχρονα ενισχύοντας και αναπαράγοντάς το. Με δυο λόγια, οι λόγοι των υπουργών δεν μπορούν και δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μια τομή στον συνολικότερο λόγο της κρίσης, όπως ίσως μπορεί να έχουν κατά καιρούς χαρακτηριστεί τόσο οι ίδιοι όσο και οι συγγενείς τους αυταρχικοί λόγοι που εκφράστηκαν – και εκφράζονται – κατά κύριο λόγο απ’ την ακροδεξιά και το «ακραίο κέντρο».
Είναι λογικό οι δύο συνεντεύξεις τύπου του Ανδρέα Λοβέρδου και η μία που έδωσε από κοινού με τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη να είναι πλουσιότερες σε υλικό προς εξέταση και πράγματι αυτές οι τρεις συνεντεύξεις συμπυκνώνουν σε αρκετά μεγάλο βαθμό τα σχήματα λόγου που ανέπτυξαν, αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι από μόνες τους αρκετές. Αυτό που καταδεικνύει την ένταξη των ενεργειών τους απ’ την υγειονομική διάταξη και μετά, κατά την έκδοση της οποίας π.χ. τοποθετείται η κοινή συνέντευξη, σε ένα γενικότερο πλαίσιο λόγου και όχι απλώς σε μια μορφή προεκλογικής τακτικής όπως παρουσιάστηκε ακόμα και απ’ τις περισσότερες οργανώσεις που αγωνίστηκαν απέναντι στις πολιτικές του υπουργικού διδύμου, είναι η εξέταση των λόγων που τις περιέλαβαν σε συνδυασμό με αυτούς που τις προετοίμασαν, δηλαδή σε σχέση με τον ευρύτερο λόγο των υπουργών και ταυτόχρονα των στρατηγικών στις οποίες ενσωματώνεται. Αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί τον ψηφοθηρικό χαρακτήρα των επιχειρήσεων, των διώξεων και της ίδιας της διαπόμπευσης, γεγονός πράγματι ιδιαίτερα σκληρό να παραδέχεσαι, όμως θα ήταν λάθος να σταθούμε εκεί καθώς, όπως θα δούμε στη συνέχεια, με αυτόν τον τρόπο θα παραγνωρίζαμε το συνολικότερο πλαίσιο το οποίο τα έκανε όλα αυτά δυνατά.
Γι’ αυτό και δεν θα μπορούσαμε να μείνουμε αμιγώς στις συνεντεύξεις που έδωσαν εκείνες τις μέρες οι Λοβέρδος-Χρυσοχοΐδης και παρόλο που από το μεγαλύτερο μέρος των υπό εξέταση σχημάτων έχει αντληθεί από αυτές θα αναλυθούν πάντα σε σχέση με άλλες που δόθηκαν σε πρωτύτερο χρόνο, χωρίς να ελεγχθούν οι εσωτερικές διακειμενικές διαφορές που έχουν όπως συμβαίνει σε κάθε σύστημα λόγου. Μας ενδιαφέρει περισσότερο ο εντοπισμός και η εξέταση των σχημάτων λόγου με έναν περισσότερο διαλογικό χαρακτήρα, έτσι ώστε να αναδείξουμε γιατί τελικά τα σχήματα αυτά ενδυναμώθηκαν με τρόπο τέτοιο ώστε να ζήσουμε τις συνέπειες μια ανείπωτης διαπόμπευσης και μαζί της μια νέα συνθήκη «μικρο-φασιστικής ομοθυμίας», που αποτέλεσε απ’ τη μία το αναγκαίο πεδίο επαναδιαπραγμάτευσης της κοινωνικής συναίνεσης που διατάραξε η κρίση και απ’ την άλλη το πρόσφορο έδαφος αναδίπλωσης του δημόσιου λόγου σε υπερσυντηρητικές και ακροδεξιές κατευθύνσεις, ενισχύοντας τους ακροδεξιούς και νεοναζιστικούς σχηματισμούς που σημείωσαν πρωτοφανή άνοδο εκείνη την περίοδο. Στόχος, λοιπόν, είναι να ιδωθούν οι λόγοι των δύο υπουργών, τόσο αυτοί που δόθηκαν πριν την έκδοση της υγειονομικής διάταξης και την ανακοίνωση της δημιουργίας δεκάδων κέντρων υποχρεωτικής κράτησης μεταναστών όσο και μετά, ως ένα σύστημα λόγου μέσα στο οποίο θα δούμε τους τρόπους με τους οποίους διαπλέκονται μεταξύ τους και μεταξύ άλλων, όπως π.χ. ο ιατρικός λόγος που αρθρώθηκε απ’ τους κρατικούς φορείς υγείας, κατά κύριο λόγο απ’ το ΚΕΕΛΠΝΟ, και που αποτέλεσε την «επιστημονική» βάση η οποία φυσικοποίησε τα υπό εξέταση σχήματα λόγου.
Σε κάποιες από τις υπό ανάλυση συνεντεύξεις συμμετέχουν και μέλη των οργανισμών αυτών, πολλές φορές αναπτύσσοντας έναν φαινομενικά αυτόνομο ιατρικό λόγο των «ειδικών» επιβεβαιώνοντας και ενισχύοντας το σύστημα λόγου που εξετάζεται, όπως ο τότε γενικός διευθυντής του ΚΕΕΛΠΝΟ Θεόδωρος Παπαδημητρίου, η τότε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ΚΕΕΛΠΝΟ Τζένη Κουρέα-Κρεμαστινού, η τότε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ΟΚΑΝΑ Μένη Μαλλιώρη και ο τότε διοικητής της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής Άρης Μουσιώνης. Οι λόγοι των παραπάνω αποτελούν επίσης αναπόσπαστα κομμάτια του συστήματος λόγου που εξέφρασε το υπουργικό δίδυμο κατά τη θητεία του και είναι μάλιστα αυτοί που απ’ τη θέση της επιστημονικής αυθεντίας το επένδυσαν με τον χαρακτήρα της αλήθειας, περί της οποίας έγινε αναλυτικά λόγος νωρίτερα. Έτσι, στο διαλογικό πλαίσιο της ανάλυσης λόγου των δύο υπουργών θα εντάσσονται και οι λόγοι των ανθρώπων που τους τροφοδότησαν και τους ενδυνάμωσαν, δηλαδή αυτοί των θεσμικών φορέων υγείας αλλά φυσικά και αυτοί των δημοσιογραφικών μέσων που τους ανατροφοδότησαν και τους αναπαρήγαγαν απ’ τη θέση των φορέων μαζικής επικοινωνίας και πληροφόρησης, των κατεξοχήν δηλαδή μέσων διάδοσης και εξάπλωσης σχημάτων ηθικού πανικού που προσανατολίστηκαν μέσα από εκτενή κινδυνολογικά ρεπορτάζ, ζωντανές τηλεοπτικές αναμεταδόσεις και φυσικά την κορύφωση της διαπόμπευσης των οροθετικών γυναικών και τρανς με την δημοσιοποίηση των φωτογραφιών τους στις οθόνες των νυχτερινών δελτίων και στα πρωτοσέλιδα κάποιων εφημερίδων που έμελλε να μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη μας.
Στην παρακάτω εργασία εξετάζεται ο λόγος που ανέπτυξαν οι υπουργοί Υγείας και Προστασίας του Πολίτη την προεκλογική άνοιξη του 2012 και ειδικότερα μετά την έκδοση της υγειονομικής διάταξης 39α που αποτέλεσε το νομιμοποιητικό πλαίσιο ώστε τα δύο υπουργεία σε συνεργασία να προβούν στους μαζικούς εξαναγκαστικούς υγειονομικούς ελέγχους στο κέντρο της Αθήνας την άνοιξη του 2012 με σκοπό τον «περιορισμό της διάδοσης λοιμωδών νοσημάτων», αποτέλεσμα των οποίων ήταν τελικά η δίωξη και η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών και τρανς, μαζί φυσικά με τις συνθήκες μέσα στις οποίες όλα αυτά πραγματώθηκαν. Οι λόγοι των υπουργών θα εξεταστούν συνδυαστικά με τρόπο αλληλοσυμπληρωματικό, έτσι όπως θεωρούμε ότι αρθρώθηκαν την περίοδο που συνεργάστηκαν, καθώς άλλωστε τις φορές που μιλούν ανεξάρτητα οι ίδιοι σπεύδουν να αντλήσουν νομιμοποίηση και να εκφράσουν της αλληλεγγύη τους ο ένας στον άλλο. Τα σχήματα που τελικά συγκροτήθηκαν μέσα απ’ την κινδυνολογία του ηθικού πανικού που μαζί ανέπτυξαν δεν μπορούν να ιδωθούν ξεχωριστά, αφού όπως θα δούμε και στη συνέχεια δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε το ίδιο το πλαίσιο στο οποίο αναδύθηκαν χωρίς την εν λόγω συνεργασία που τελικά το έκανε δυνατό.
Τα σχήματα που θα εξεταστούν σχηματίστηκαν μέσα από μια πληθώρα δελτίων τύπου, συνεντεύξεων, ακόμα και συνεδριακών εισηγήσεων και τηλεοπτικών σχολιασμών, δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά μέσα από μια υγειονομική διάταξη ούτε από τη διαπομπευτικού τύπου δημοσιοποίηση των φωτογραφιών των οροθετικών. Αυτή είναι μια βασική θέση της εργασίας και γι’ αυτό θα προσπαθήσουμε να δούμε αυτά τα σχήματα να συγκροτούνται μέσα απ’ τις διάσπαρτες επαναλαμβανόμενες αναφορές των υπουργών σε συγκεκριμένα θέματα κάθε φορά στον λόγο τους, μερικές φορές και σε περιπτώσεις που δεν θα περίμενε κανείς πως το θεματολογικό πλαίσιο της ομιλίας είχε σχέση με αυτά, θέτοντάς τα έτσι ως κεντρικά πολιτικά διακυβεύματα. Αυτή είναι, λοιπόν, και μια βασική υπόθεση εργασίας, αφού η εξέταση του λόγου των υπουργών θα γίνει με τρόπο ώστε να αναδειχθούν τόσο οι τεχνικές με τις οποίες σχηματίστηκε το αναγκαίο πλαίσιο που νομιμοποίησε τόσο τυπικά όσο και κοινωνικά τις μαζικές διώξεις ανθρώπων με κριτήριο την οροθετικότητά τους ή/και το χρώμα του δέρματός τους, όσο και οι συνθήκες που έκαναν αυτές τις τεχνικές δυνατό να αναπτυχθούν, το πλαίσιο δηλαδή του ευρύτερου λόγου στο οποίο ενσωματώθηκαν και ενσωμάτωσαν ταυτόχρονα ενισχύοντας και αναπαράγοντάς το. Με δυο λόγια, οι λόγοι των υπουργών δεν μπορούν και δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μια τομή στον συνολικότερο λόγο της κρίσης, όπως ίσως μπορεί να έχουν κατά καιρούς χαρακτηριστεί τόσο οι ίδιοι όσο και οι συγγενείς τους αυταρχικοί λόγοι που εκφράστηκαν – και εκφράζονται – κατά κύριο λόγο απ’ την ακροδεξιά και το «ακραίο κέντρο».
Είναι λογικό οι δύο συνεντεύξεις τύπου του Ανδρέα Λοβέρδου και η μία που έδωσε από κοινού με τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη να είναι πλουσιότερες σε υλικό προς εξέταση και πράγματι αυτές οι τρεις συνεντεύξεις συμπυκνώνουν σε αρκετά μεγάλο βαθμό τα σχήματα λόγου που ανέπτυξαν, αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι από μόνες τους αρκετές. Αυτό που καταδεικνύει την ένταξη των ενεργειών τους απ’ την υγειονομική διάταξη και μετά, κατά την έκδοση της οποίας π.χ. τοποθετείται η κοινή συνέντευξη, σε ένα γενικότερο πλαίσιο λόγου και όχι απλώς σε μια μορφή προεκλογικής τακτικής όπως παρουσιάστηκε ακόμα και απ’ τις περισσότερες οργανώσεις που αγωνίστηκαν απέναντι στις πολιτικές του υπουργικού διδύμου, είναι η εξέταση των λόγων που τις περιέλαβαν σε συνδυασμό με αυτούς που τις προετοίμασαν, δηλαδή σε σχέση με τον ευρύτερο λόγο των υπουργών και ταυτόχρονα των στρατηγικών στις οποίες ενσωματώνεται. Αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί τον ψηφοθηρικό χαρακτήρα των επιχειρήσεων, των διώξεων και της ίδιας της διαπόμπευσης, γεγονός πράγματι ιδιαίτερα σκληρό να παραδέχεσαι, όμως θα ήταν λάθος να σταθούμε εκεί καθώς, όπως θα δούμε στη συνέχεια, με αυτόν τον τρόπο θα παραγνωρίζαμε το συνολικότερο πλαίσιο το οποίο τα έκανε όλα αυτά δυνατά.
Γι’ αυτό και δεν θα μπορούσαμε να μείνουμε αμιγώς στις συνεντεύξεις που έδωσαν εκείνες τις μέρες οι Λοβέρδος-Χρυσοχοΐδης και παρόλο που από το μεγαλύτερο μέρος των υπό εξέταση σχημάτων έχει αντληθεί από αυτές θα αναλυθούν πάντα σε σχέση με άλλες που δόθηκαν σε πρωτύτερο χρόνο, χωρίς να ελεγχθούν οι εσωτερικές διακειμενικές διαφορές που έχουν όπως συμβαίνει σε κάθε σύστημα λόγου. Μας ενδιαφέρει περισσότερο ο εντοπισμός και η εξέταση των σχημάτων λόγου με έναν περισσότερο διαλογικό χαρακτήρα, έτσι ώστε να αναδείξουμε γιατί τελικά τα σχήματα αυτά ενδυναμώθηκαν με τρόπο τέτοιο ώστε να ζήσουμε τις συνέπειες μια ανείπωτης διαπόμπευσης και μαζί της μια νέα συνθήκη «μικρο-φασιστικής ομοθυμίας», που αποτέλεσε απ’ τη μία το αναγκαίο πεδίο επαναδιαπραγμάτευσης της κοινωνικής συναίνεσης που διατάραξε η κρίση και απ’ την άλλη το πρόσφορο έδαφος αναδίπλωσης του δημόσιου λόγου σε υπερσυντηρητικές και ακροδεξιές κατευθύνσεις, ενισχύοντας τους ακροδεξιούς και νεοναζιστικούς σχηματισμούς που σημείωσαν πρωτοφανή άνοδο εκείνη την περίοδο. Στόχος, λοιπόν, είναι να ιδωθούν οι λόγοι των δύο υπουργών, τόσο αυτοί που δόθηκαν πριν την έκδοση της υγειονομικής διάταξης και την ανακοίνωση της δημιουργίας δεκάδων κέντρων υποχρεωτικής κράτησης μεταναστών όσο και μετά, ως ένα σύστημα λόγου μέσα στο οποίο θα δούμε τους τρόπους με τους οποίους διαπλέκονται μεταξύ τους και μεταξύ άλλων, όπως π.χ. ο ιατρικός λόγος που αρθρώθηκε απ’ τους κρατικούς φορείς υγείας, κατά κύριο λόγο απ’ το ΚΕΕΛΠΝΟ, και που αποτέλεσε την «επιστημονική» βάση η οποία φυσικοποίησε τα υπό εξέταση σχήματα λόγου.
Σε κάποιες από τις υπό ανάλυση συνεντεύξεις συμμετέχουν και μέλη των οργανισμών αυτών, πολλές φορές αναπτύσσοντας έναν φαινομενικά αυτόνομο ιατρικό λόγο των «ειδικών» επιβεβαιώνοντας και ενισχύοντας το σύστημα λόγου που εξετάζεται, όπως ο τότε γενικός διευθυντής του ΚΕΕΛΠΝΟ Θεόδωρος Παπαδημητρίου, η τότε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ΚΕΕΛΠΝΟ Τζένη Κουρέα-Κρεμαστινού, η τότε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ΟΚΑΝΑ Μένη Μαλλιώρη και ο τότε διοικητής της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής Άρης Μουσιώνης. Οι λόγοι των παραπάνω αποτελούν επίσης αναπόσπαστα κομμάτια του συστήματος λόγου που εξέφρασε το υπουργικό δίδυμο κατά τη θητεία του και είναι μάλιστα αυτοί που απ’ τη θέση της επιστημονικής αυθεντίας το επένδυσαν με τον χαρακτήρα της αλήθειας, περί της οποίας έγινε αναλυτικά λόγος νωρίτερα. Έτσι, στο διαλογικό πλαίσιο της ανάλυσης λόγου των δύο υπουργών θα εντάσσονται και οι λόγοι των ανθρώπων που τους τροφοδότησαν και τους ενδυνάμωσαν, δηλαδή αυτοί των θεσμικών φορέων υγείας αλλά φυσικά και αυτοί των δημοσιογραφικών μέσων που τους ανατροφοδότησαν και τους αναπαρήγαγαν απ’ τη θέση των φορέων μαζικής επικοινωνίας και πληροφόρησης, των κατεξοχήν δηλαδή μέσων διάδοσης και εξάπλωσης σχημάτων ηθικού πανικού που προσανατολίστηκαν μέσα από εκτενή κινδυνολογικά ρεπορτάζ, ζωντανές τηλεοπτικές αναμεταδόσεις και φυσικά την κορύφωση της διαπόμπευσης των οροθετικών γυναικών και τρανς με την δημοσιοποίηση των φωτογραφιών τους στις οθόνες των νυχτερινών δελτίων και στα πρωτοσέλιδα κάποιων εφημερίδων που έμελλε να μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη μας.
Στο ίδιο διαλογικό ύφος, θα ανατρέξουμε στη συνέχεια στις συνθήκες στις οποίες έγιναν και ειπώθηκαν όλα αυτά, των οποίων δεν αποτελούν απλά κομμάτι αλλά με τις πτυχές των οποίων έχουν μια διαρκή συνομιλία η οποία σε τελική ανάλυση τα καθόρισε σε μεγάλο βαθμό, και στα ίδια τα σχήματα που κατασκευάστηκαν στη ροή του υπό εξέταση λόγου και τους ρόλους τους οποίους επιτελούν απέναντί στην κοινωνία ως δέκτη τους, δηλαδή τις μορφές ταυτοτήτων και υποκειμενοποιήσεων που ανέπτυξαν. Μέσα σε αυτά θα βρούμε τους συνειρμούς που στηρίζουν το καθεστώς αλήθειας που έκανε τους σχηματισμούς του λόγου δυνατούς και ταυτόχρονα αναγκαίους, έτσι ώστε να καταλάβουμε καλύτερα τις στρατηγικές που ενεδρεύουν στις αρθρώσεις τους και τη γνώση που ακατάπαυστα συσσωρεύουν, αυτή που καθορίζει την κοινωνική ζωή διαπερνώντας θεσμούς, συμπεριφορές, συναισθήματα και ανάγκες γύρω απ’ την επενδυμένη με αμέτρητες αλήθειες βιολογικοποιημένη μας καθημερινότητα.
Κύρια θεματική κατηγορία:
Κοινωνικές, Πολιτικές και Οικονομικές επιστήμες
Λέξεις-κλειδιά:
Ανάλυση Λόγου, Γενεαλογία, Βιοπολιτική, Σώματα, Υποκειμενοποίηση, Κανονικοποίηση, Καθεστώτα Αλήθειας, Κρίση, Οροθετικές, Μετανάστες, Νεοφιλελευθερισμός, Ρατσισμός, Υγειονομικές Πολιτικές, Φουκώ
Ευρετήριο:
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
0
Εικονογραφημένη:
Ναι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
114
Αριθμός σελίδων:
91
Επικίνδυνα σώματα στην κρίση. Ανάλυση λόγου στη δίωξη των οροθετικών γυναικών.pdf (1 MB) Άνοιγμα σε νέο παράθυρο