Μελέτη των επιπτώσεων σακχαρώδους διαβήτη τύπου Ι στην κύηση, τον τοκετό και τη λοχεία.

Διπλωματική Εργασία uoadl:2836948 13 Αναγνώσεις

Μονάδα:
ΠΜΣ Παθολογία της Κύησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης:
2018-12-05
Έτος εκπόνησης:
2018
Συγγραφέας:
Φονιά Μαριάνθη
Στοιχεία επιβλεπόντων καθηγητών:
Παπαντωνίου Νικόλαος, Ομότιμος Καθηγητής, Ιατρική, ΕΚΠΑ
Κασσάνος Δημήτριος, Ομότιμος Καθηγητής, Ιατρική, ΕΚΠΑ
Χρέλιας Χαράλαμπος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Ιατρική, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος Τίτλος:
Μελέτη των επιπτώσεων σακχαρώδους διαβήτη τύπου Ι στην κύηση, τον τοκετό και τη λοχεία.
Γλώσσες εργασίας:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Μελέτη των επιπτώσεων σακχαρώδους διαβήτη τύπου Ι στην κύηση, τον τοκετό και τη λοχεία.
Περίληψη:
Σκοπός: Σκοπός της παρούσας ανασκόπησης είναι να διερευνηθούν οι επιπτώσεις του
Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου Ι στην κύηση, τον τοκετό και τη λοχεία.
Υλικό και μέθοδος: Η παρούσα εργασία είναι μία βιβλιογραφική ανασκόπηση. Οι
ηλεκτρονικές βάσεις PUBMED και COCHRANE χρησιμοποιήθηκαν για την αναζήτηση
ερευνών που αφορούν τις επιπτώσεις του σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι στην κύηση, τον
τοκετό και τη λοχεία.
Αποτελέσματα: Ο σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ) χαρακτηρίζεται από υπεργλυκαιμία.
Κατά τη διάρκεια της κύησης, παρουσιάζεται προοδευτική ελάττωση της δράσης της
ινσουλίνης και η διατήρηση της ομοιόστασης γίνεται δια μέσου αντισταθμιστικής
αύξησης της έκκρισης της ινσουλίνης. Στον ΣΔ υπάρχει ελαττωμένη έκκριση
(ανεπάρκεια) της ινσουλίνης ή ελαττωμένη δραστηριότητα των φυσιολογικών ή ακόμα
και αυξημένων επιπέδων της ινσουλίνης με αποτέλεσμα την εμφάνιση υπεργλυκαιμίας.
Ο ΣΔ σχετίζεται τόσο με μικροαγγειακή όσο και με μακροαγγειακή νόσο. Η
σοβαρότητα του ΣΔ εκτιμάται με βάση την κατάταξη κατά White. Εναλλακτικά, οι
γυναίκες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με την ύπαρξη ή μη αγγειακής νόσου.
Επί αγγειοπάθειας,ο κίνδυνος πλακουντιακής δυσλειτουργίας και βλάβης σε όργανα-
στόχους της μητέρας είναι μεγαλύτερος .Στους στόχους της διαιτητικής αγωγής
περιλαμβάνονται η επίτευξη ευγλυκαιμίας, η πρόληψη κέτωσης, η φυσιολογική αύξηση
του σωματικού βάρους και η εξασφάλιση της «καλής κατάστασης»του εμβρύου.
Συμπεράσματα: Σήμερα, η μείωση της περιγεννητικής θνησιμότητας οφείλεται, κυρίως,
στον καλύτερο έλεγχο του διαβήτη που πρέπει να γίνεται (όπως και εκτός κύησης) από
τη συνδυασμένη προσπάθεια μιας ομάδας γιατρών που περιλαμβάνει ενδοκρινολόγο και
απαιτεί την ενεργό συμμετοχή της ασθενούς, στην οποία πρέπει να εξηγούνται όλοι οι
κίνδυνοι. Πέρα από τις εξετάσεις ρουτίνας, στις έγκυες με ΣΔ Ι πρέπει κατά την πρώτη
επίσκεψη να προτείνεται μέτρηση HbA1c, TSH, fT3, fT4, ουρίας, κρεατινίνης και
λευκώματος ούρων 24ώρου. Επιπλέον, πρέπει να συνιστάται ηλεκτροκαρδιογραφικός
έλεγχος και βυθοσκόπηση οφθαλμών.
Σε αντίθεση με το παρελθόν, σε έγκυες με ΣΔ1 και ομαλή πορεία της κύησης,
μπορεί να γίνει φυσιολογικός τοκετός με τη συμπλήρωση των 40 εβδομάδων της κύησης.
Ο θηλασμός σε αυτές τις γυναίκες θα πρέπει να ενθαρρύνεται. Οι απαιτήσεις σε
ινσουλίνη και ημερήσια πρόσληψη θερμίδων θα πρέπει να επαναξιολογούνται στη
λοχεία.
Κύρια θεματική κατηγορία:
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά:
Σακχαρώδης διαβήτης, Ινσουλίνη, Κύηση υψηλού κινδύνου
Ευρετήριο:
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
0
Εικονογραφημένη:
Ναι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
70
Αριθμός σελίδων:
88

Marianthi Fonia Msc.pdf
1 MB
Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στο αρχείο. H πρόσβαση επιτρέπεται μόνο εντός του δικτύου του ΕΚΠΑ.