Κοινωνικά, κλινικά και εργαστηριακά χαρακτηριστικά σε περικλιμακτηριακές γυναίκες από τη Δυτική Αττική

Διδακτορική Διατριβή uoadl:2884491 74 Αναγνώσεις

Μονάδα:
Τομέας Υγείας - Μητέρας - Παιδιού
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης:
2019-11-01
Έτος εκπόνησης:
2019
Συγγραφέας:
Αλχαζίδου Έλενα
Στοιχεία επταμελούς επιτροπής:
Παναγόπουλος Περικλής, Επίκουρος Καθηγητής, Ιατρική, ΕΚΠΑ
Παπαντωνίου Νικόλαος, Καθηγητής, Ιατρική, ΕΚΠΑ
Χρέλιας Χαράλαμπος, Αναπληρωτής Καθηγητής, ΕΚΠΑ
Καλανταρίδου Σοφία, Καθηγήτρια, Ιατρική, ΕΚΠΑ
Σαλάκος Νικόλαος, Καθηγητής, Ιατρική, ΕΚΠΑ
Πέππα Μελπομένη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική, ΕΚΠΑ
Μπουτάτη Ελένη , Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος Τίτλος:
Κοινωνικά, κλινικά και εργαστηριακά χαρακτηριστικά σε περικλιμακτηριακές γυναίκες από τη Δυτική Αττική
Γλώσσες διατριβής:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Κοινωνικά, κλινικά και εργαστηριακά χαρακτηριστικά σε περικλιμακτηριακές γυναίκες από τη Δυτική Αττική
Περίληψη:
Εισαγωγή: Η σχέση του μεταβολικού συνδρόμου με τις διαταραχές της οστικής πυκνότητας αποτελεί αντικείμενο μελέτης τα τελευταία χρόνια. Η διερεύνηση της πιθανής συσχέτισης των δύο παθοφυσιολογικών καταστάσεων είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις περιεμμηνοπαυσιακές και εμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Σκοπός: Η παρούσα μελέτη στοχεύει στην αξιολόγηση των κοινωνικών, μορφωτικών και εργασιακών χαρακτηριστικών των περιεμμηνοπαυσιακών γυναικών από τη Δυτική Αττική και να μελετηθεί η συσχέτιση αυτή με τα κλινικά και εργαστηριακά χαρακτηριστικά των εν λόγω γυναικών και ειδικότερα τις μεταβολικές παραμέτρους που σχετίζονται με το μεταβολικό σύνδρομο (επίπεδα τριγλυκεριδίων, HDL χοληστερόλη, σάκχαρο νηστείας, αρτηριακή υπέρταση, παχυσαρκία κεντρικού τύπου) και την οστεοπόρωση (T-SCORE και Z-SCORE από μέτρηση οστικής πυκνότητας).
Μέθοδος: Το δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 311 περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες του ιατρείου εμμηνόπαυσης της Γ’ Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής του Π.Γ.Ν. «ΑΤΤΙΚΟΝ». Η μελέτη περιελάμβανε τη λήψη του ατομικού αναμνηστικού, καθώς και του κοινωνικού και κληρονομικού ιστορικού. Οι ασθενείς εξετάζονταν και καταγράφονταν τα σωματομετρικά χαρακτηριστικά τους. Τέλος, υποβάλονταν σε ανάλυση φλεβικού αίματος, ωοθηλακιοτρόπου ορμόνης (FSH), ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH), οιστραδιόλης (E2), τεστοστερόνης, θειικής δεϋδροεπιανδροστερόνης (DHEA-S), αλκαλικής φωσφατάσης (ALP), οστεοκαλσίνης, υδροξυπρολίνης, γλυκόζης, ινσουλίνης, γενικής αίματος, επίπεδα ολικής χοληστερίνης, τριγλυκεριδίων, HDL-C, LDL-C, CRP, TSH, FT3, FT4, T3, T4, λιποπρωτεϊνης(α), απολιποπρωτεϊνης Α1, απολιποπρωτεϊνης Β, παραθορμόνης (PTH), ασβέστιο και φώσφορο ορού και ούρων, Τ-score και Z – score από μέτρηση οστικής πυκνότητας. Για τη στατιστική ανάλυση χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πρόγραμμα SPSS 22.0.
Αποτελέσματα: Tο 32,5% των γυναικών ήταν υπέρβαρες (25 ≤ BMI < 30) και το 29% παχύσαρκες (BMI ≥ 30). Το 19,3 % των συμμετεχουσών της μελέτης πληρούσε τα κριτήρια του μεταβολικού συνδρόμου και μπορούσε να τεθεί η διάγνωση. Η συχνότητα του μεταβολικού συνδρόμου δε διέφερε σημαντικά μεταξύ των γυναικών ανάλογα με το αν βρίσκονταν σε περιεμμηνόπαυση, εμμηνόπαυση ή σε εμμηνόπαυση μετά από χειρουργική επέμβαση. Οι συμμετέχουσες με μεταβολικό σύνδρομο είχαν σημαντικά υψηλότερες τιμές γλυκόζης (p < 0,001), σημαντικά υψηλότερες τιμές χοληστερόλης (p = 0.002), τριγλυκεριδίων (p < 0.001) και σημαντικά χαμηλότερες τιμές HDL-C (p < 0.001) σε σχέση με τις συμμετέχουσες χωρίς μεταβολικό σύνδρομο. Οι δύο δείκτες οστικής πυκνότητας είχαν υψηλότερες τιμές στις συμμετέχουσες με μεταβολικό σύνδρομο σε στατιστικά σημαντικό βαθμό (p < 0.001 για το T-score και p = 0.003 για το Z-score). Οι συμμετέχουσες με φυσιολογικό ΒΜΙ είχαν σημαντικά χαμηλότερες τιμές T-score σε σύγκριση με τις υπέρβαρες και τις παχύσαρκες (p = 0,013 και p = 0,001 αντίστοιχα). Όμοια, οι συμμετέχουσες με φυσιολογικό ΒΜΙ είχαν σημαντικά χαμηλότερες τιμές Ζ-score σε σύγκριση με τις παχύσαρκες (p=0,004). Επίσης, οι έγγαμες είχαν σημαντικά χαμηλότερες τιμές T-score και Z-score σε σύγκριση με τις άγαμες (p = 0.025 και p = 0.005 αντίστοιχα). Οι συμμετέχουσες με οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης είχαν στατιστικά σημαντικά χαμηλότερες τιμές T-score σε σύγκριση με τις συμμετέχουσες που δεν είχαν οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης (p = 0,004). Σημαντικά υψηλότερες τιμές T-score από τις μετρήσεις οστικής πυκνότητας είχαν οι γυναίκες που ήταν περιεμμηνοπαυσιακές συγκριτικά με αυτές που ήταν μετεμμηνοπαυσιακές (p < 0,001) ή είχαν εμμηνόπαυση ύστερα από χειρουργική επέμβαση (p = 0,038). Υψηλότερες τιμές σε FSH, LH, αιματοκρίτη και HDL σχετίζονταν με χαμηλότερα T-score και Z-score. Αντίθετα, υψηλότερες τιμές σε Ε2, CRP και τριγλυκερίδια σχετίζονταν με υψηλότερα T-score και Z-score. Η παρουσία του μεταβολικού συνδρόμου στις γυναίκες φαίνεται να συσχετίζεται με υψηλότερο T-score κατά 1,09 μονάδες και υψηλότερο Z-score κατά 0,88 μονάδες σε σύγκριση με τις γυναίκες που δεν πληρούσαν τα κριτήρια.
Συμπεράσματα: Οι περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες από τη Δυτική Αττική φαίνεται πως στην πλειονότητα τους έχουν δείκτη μάζας σώματος (BMI) εκτός των φυσιολογικών ορίων. Ωστόσο, το υψηλό BMI και η παρουσία μεταβολικού συνδρόμου σχετίζονται με υψηλότερες τιμές δεικτών οστικής πυκνότητας.
Κύρια θεματική κατηγορία:
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά:
Περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, Μεταβολικό σύνδρομο, Οστεοπόρωση, T-Score, BMD
Ευρετήριο:
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
0
Εικονογραφημένη:
Ναι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
20
Αριθμός σελίδων:
149

Achlazidou Elena Phd.pdf
4 MB
Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στο αρχείο. H πρόσβαση επιτρέπεται μόνο εντός του δικτύου του ΕΚΠΑ.