Σύγκριση της ανοσολογικής απάντησης στη σηψαιμία με διαφορετικούς μικροοργανισμούς. Ένα πειραματικό μοντέλο με χοίρους.

Διδακτορική Διατριβή uoadl:2898451 109 Αναγνώσεις

Μονάδα:
Τομέας Κλινικοεργαστηριακός
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης:
2020-02-28
Έτος εκπόνησης:
2020
Συγγραφέας:
Σπυρόπουλος Βάιος
Στοιχεία επταμελούς επιτροπής:
Ευαγγελία Κουσκούνη, Ομότιμη Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ, Επιβλέπουσα
Σταυρούλα Μπάκα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Ισμήνη Δοντά, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Γεώργιος Καππαρός, Αναπληρωτής Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Γεωργία Βρυώνη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Βασιλική Γεννηματά, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Βιολέττα Καψιμάλη-Βαϊοπούλου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος Τίτλος:
Σύγκριση της ανοσολογικής απάντησης στη σηψαιμία με διαφορετικούς μικροοργανισμούς. Ένα πειραματικό μοντέλο με χοίρους.
Γλώσσες διατριβής:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Σύγκριση της ανοσολογικής απάντησης στη σηψαιμία με διαφορετικούς μικροοργανισμούς. Ένα πειραματικό μοντέλο με χοίρους.
Περίληψη:
Δεδομένα: Η σηψαιμία παραμένει μία από τις κύριες αιτίες θνησιμότητας παγκοσμίως και χαρακτηρίζεται από παρατεταμένη φλεγμονώδη απόκριση, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στις αλλαγές που παρουσιάζει το προφίλ των κυτταροκινών σε συνάρτηση με το χρόνο.
Μέθοδοι: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση των δυναμικών μεταβολών στη γενικη αίματος, στους βιοχημικούς δείκτες, στην προκαλσιτονίνη (PCT), στον παράγοντα νέκρωσης όγκων (TNF-α) και στην ιντερλευκίνη-6 (IL-6) στη βακτηριαιμία με Escherichia coli, Staphylococcus aureus και Candida albicans. Αντικείμενο μελέτης υπήρξαν 32 υγιείς αρσενικοί χοίροι Landrace-Large White, ηλικίας 10-15 εβδομάδων και μέσου βάρους 19 ± 2 kg. Η βακτηριαιμία προκλήθηκε με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση μικροβιακών εναιωρημάτων κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 8 ωρών.
Αποτελέσματα: Στη βακτηριαιμία από E. coli και S. aureus παρατηρήθηκε σημαντική σταδιακή μείωση των λευκών αιμοσφαιρίων και των αιμοπεταλίων, αντίστοιχα (p = 0,002 και p = 0,004), ενώ η βακτηριαιμία από Candida χαρακτηρίστηκε από σημαντική σταδιακή μείωση των λεμφοκυττάρων (p = 0,009 ). Τα επίπεδα PCT στον ορό ήταν είτε μη ανιχνεύσιμα είτε πολύ χαμηλά, χωρίς σημαντικές αλλαγές σε συνάρτηση με το χρόνο σε όλες τις ομάδες. Η βακτηριαιμία από Ε. Coli προκάλεσε ισχυρή προ-φλεγμονώδη απόκριση, που χαρακτηρίζεται από σημαντική αύξηση της έκφρασης του TNF-α (p = 0,042). Η βακτηριαιμία από C. albicans εμφάνισε ένα διαφορετικό προφίλ με μια πρόωρη, μέτρια αύξηση στον ΤΝF-α και μία επακόλουθη δραματική αύξηση των επιπέδων της IL-6 (p = 0,03).
Συμπέρασμα: Η μελέτη της δυναμικής συμπεριφοράς επιλεγμένων βιοδεικτών, κατά την εγκατάσταση και πρόοδο της μικροβιαιμίας που προκαλεί σήψη, μπορεί να αποκαλύψει διαφορές στους υποκείμενους φλεγμονώδεις μηχανισμούς, ανάλογα με τον παθογόνο μικροογανισμό. Οι διαφορές αυτές μπορεί με τη σειρά τους να επιτρέψουν την ταυτοποίηση ενός διαγνωστικού αλγορίθμου για την καθοδήγηση της κλινικής διαχείρισης των ασθενών με σήψη, έγκαιρα και αποτελεσματικά.
Κύρια θεματική κατηγορία:
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά:
Σήψη, Σηψαιμία, Βακτηριαιμία
Ευρετήριο:
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
0
Εικονογραφημένη:
Ναι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
164
Αριθμός σελίδων:
130

Vaios Spyropoulos PhD.pdf
2 MB
Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στο αρχείο. H πρόσβαση επιτρέπεται μόνο εντός του δικτύου του ΕΚΠΑ.