Ανοσογενετική μελέτη των περιστατικών οικογενούς μορφής Σκλήρυνσης κατά Πλάκας στον Ελληνικό πληθυσμό, και συσχέτιση με κλινικά και παρακλινικά δεδομένα

Διδακτορική Διατριβή uoadl:2920634 18 Αναγνώσεις

Μονάδα:
Τμήμα Ιατρικής
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης:
2020-07-26
Έτος εκπόνησης:
2020
Συγγραφέας:
Κατσαβός Σεραφείμ
Στοιχεία επταμελούς επιτροπής:
Λεωνίδας Στεφανής, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Ελευθέριος Σταμπουλής, Ομότιμος Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Παναγιώτα Δαβάκη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Κωνσταντίνος Κυλιντηρέας, Αναπληρωτής Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Μαρία Αναγνωστούλη, Επίκουρη Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ, Επιβλέπουσα
Μαρία Ελευθερία Ευαγγελοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Γεώργιος Κούτσης, Επίκουρος Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος Τίτλος:
Ανοσογενετική μελέτη των περιστατικών οικογενούς μορφής Σκλήρυνσης κατά Πλάκας στον Ελληνικό πληθυσμό, και συσχέτιση με κλινικά και παρακλινικά δεδομένα
Γλώσσες διατριβής:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Ανοσογενετική μελέτη των περιστατικών οικογενούς μορφής Σκλήρυνσης κατά Πλάκας στον Ελληνικό πληθυσμό, και συσχέτιση με κλινικά και παρακλινικά δεδομένα
Περίληψη:
ΥΠΟΒΑΘΡΟ - ΣΚΟΠΟΣ: Η παθοφυσιολογία της Σκλήρυνσης κατά Πλάκας (ΣκΠ) ή Πολλαπλής Σκλήρυνσης με τη νεώτερη ορολογία, θεωρείται εξαιρετικά πολύπλοκη, γι’ αυτό και συγκεντρώνει πάνω της τα φώτα του επιστημονικού ενδιαφέροντος τα τελευταία πενήντα χρόνια. Η πάθηση προκύπτει ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης πολλαπλών ετερογενών εξωγενών και ενδογενών προδιαθεσικών παραγόντων, μεταξύ των οποίων το ανοσογενετικό υπόβαθρο επιβεβαιωμένα διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο. Έχει επανειλημμένα διαπιστωθεί ότι ο κίνδυνος εκδήλωσης ΣκΠ σχετίζεται σαφώς με συγκεκριμένους πολυμορφισμούς αλληλίων Τάξης ΙΙ του Μείζονος Συμπλέγματος Ιστοσυμβατότητας (Major Histocompatibility Complex – MHC), και ειδικότερα με τη φορεία του HLA-DRB1*15:01. Παρόλα αυτά, πληθώρα έτερων HLA Ταξης Ι και Τάξης ΙΙ, αλλά και non-HLA γενετικών τόπων, όπως και οι μεταξύ τους επιστατικοί μηχανισμοί, φαίνεται να συμβάλλουν επίσης στο καθορισμό του γενετικού φορτίου της νόσου. Ένα ακόμη γεγονός, που υπογραμμίζει τη μεγάλη σημασία του γονιδιώματος στην περίπτωση της ΣκΠ, έχει να κάνει με τη μεγάλη συχνότητα των οικογενών περιπτώσεων (familial Multiple Sclerosis –fMS) μεταξύ του συνόλου των ασθενών, που σύμφωνα με διεθνείς μελέτες αγγίζει το ποσοστό του 12.6%. Προκαλεί συνεπώς έκπληξη η σχετική βιβλιογραφική ένδεια πληροφοριών σχετικά με τις ιδιαιτερότητες της fMS σε σύγκριση με την κοινή – σποραδική μορφή της νόσου (sporadic Multiple Sclerosis –sMS), τόσο σε ότι αφορά τα ανοσογενετικά, όσα και τα μη ανοσογενετικά (δημογραφικά, κλινικά, παρακλινικά) χαρακτηριστικά τους. Πρωτογενής στόχος της παρούσας διατριβής λοιπόν αποτελούσε η διερεύνηση και περιγραφή των πιθανών ανοσογενετικών (αναφορικά με τον DRB1 τόπο) και μη ανοσογενετικών διαφορών μεταξύ fMS και sMS, για πρώτη φορά σε δείγμα ασθενών Ελληνικής καταγωγής. Δευτερογενής στόχος ήταν η ανεύρεση πιθανών συσχετίσεων συγκεκριμένων HLA-DRB1 πολυμορφισμών με επιμέρους δημογραφικά, κλινικά ή/και παρακλινικά χαρακτηριστικά της ΣκΠ γενικότερα.

ΥΛΙΚΟ - ΜΕΘΟΔΟΣ: 128 fMS και 364 sMS ασθενείς Ελληνικής καταγωγής με επιβεβαιωμένη ΣκΠ, σύμφωνα με τα αναθεωρημένα κριτήρια McDonald 2017, έλαβαν μέρος στη μελέτη, και παρείχαν πληροφορίες σχετικά με παραμέτρους δημογραφικές (ηλικία, φύλο, ηλικία έναρξης νόσου, έτερα αυτοάνοσα νοσήματα στους ίδιους και σε 1ου βαθμού συγγενείς τους), κλινικές [τύπος νόσου, πρώτο σύμπτωμα, αριθμός / ρυθμός υποτροπών, χρόνος μετάπτωσης από το κλινικά μεμονωμένο σύνδρομο (CIS) στη βέβαια νόσο (CDMS), φαρμακευτική αγωγή, βαθμός αναπήριας και ρυθμός εξέλιξης αναπηρίας] και παρακλινικές [παρουσία ολιγοκλωνικών ζωνών στο Εγκεφαλονωτιαίο Υγρό (ΕΝΥ), κατανομή βλαβών σε MRI εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού, παρουσία ογκόμορφων απομυελινωτικών βλαβών]. Εξ αυτών, 57 μη σχετιζόμενοι fMS και 141 sMS ασθενείς έδωσαν συγκατάθεση για DRB1 ανοσογενετική τυποποίηση, που πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια low-resolution SSO τεχνικής. Οι ευρεθείσες συχνότητες αλληλίων στα υπόψη δείγματα συγκρίθηκαν, μεταξύ άλλων, και με τις αντίστοιχες συχνότητες σε δείγμα 246 Ελλήνων υγιών μαρτύρων προηγούμενης μελέτης, κατόπιν σχετικής συγκατάθεσης. Η στατιστική επεξεργασία του υλικού έγινε με τη βοήθεια του στατιστικού πακέτου SPSS v.21.0. Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορίσθηκε στο 0.05, ενώ η τιμή του p για τις πολλαπλές συγκρίσεις συχνοτήτων αλληλίων διορθώθηκε περαιτέρω με τη βοήθεια της μεθόδου Benjamini–Yekutieli. Οι ισορροπίες Hardy-Weinberg για τους DRB1 απλότυπους επιβεβαιώθηκαν με τη βοήθεια λογισμικού PyPoP, ενώ ο έλεγχος ουδετερότητας ομοζυγωτίας / ετεροζυγωτίας πραγματοποιήθηκε με tests Ewens-Watterson.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η συχνότητα των fMS περιστατικών μεταξύ του αρχικού δείγματος υποψηφίων συμμετεχόντων ασθενών υπολογίσθηκε στο 13.1%. O γονεϊκός τρόπος μεταβίβασης της νόσου στο fMS δείγμα βρέθηκε μητρικός στο 59% των περιπτώσεων. H fMS εισέβαλε σημαντικά σπανιότερα με διπλωπία σε σύγκριση με την sMS (3.1% vs 13.7%, p=0.003), ενώ ταυτόχρονα εμφάνιζε λιγότερο συχνά απομυελινωτικές βλάβες σε στέλεχος (49.6% vs 64.8%, p=0.006), και σε υποσκηνίδιες εγκεφαλικές περιοχές εν γένει (64.5% vs 74.8%, p=0.048). Οι πρώτου βαθμού συγγενείς των fMS ασθενών έπασχαν σημαντικά συχνότερα από θυρεοειδίτιδα Hashimoto, σε σύγκριση με εκείνους των sMS ασθενών (9.8% vs 3.3%, p=0.033). Η fMS βρέθηκε να παρουσιάζει εσωτερική ανομοιογένεια, με επίσπευση στην ηλικία έναρξης μεταξύ παλαιότερης και νεώτερης γενιάς (39.7 vs 24.5 έτη, p=0.001), και με ταχύτερη μετάβαση από το CIS στην CDMS στη δεύτερη περίπτωση (30.1 vs 83.3 μήνες, p=0.037). Ταχύτερη μετάβαση από το CIS στην CDMS διαπιστώθηκε και για τους fMS ασθενείς με συγγενείς πάσχοντες 2ου/3ου βαθμού (fMS 2nd/3rd), σε σχέση με τους fMS 1st, που είχαν συγγενή 1ου βαθμού πάσχοντα (27.9 vs 43.6 μήνες, p=0.047). Η συχνότητα του HLA-DRB1*15 ήταν σημαντικά μεγαλύτερη σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες, τόσο στην ομάδα των fMS (31.6% vs 16.7%, p=0.002), όσο και sτην ομάδα των sMS ασθενών (31.2% vs 16.7%, p<0.001), αποτέλεσμα που φάνηκε να αποδυναμώνεται ωστόσο στην υποομάδα των fMS 1st (24.1% vs 16.7%, p=0.205), αναλογικά με την fMS 2nd/3rd (39.3% vs 16.7%, p=0.012). Αντίθετα, η συχνότητα του HLA-DRB1*11 βρέθηκε σημαντικά μικρότερη ως προς τους υγιείς μάρτυρες, μόνο στην περίπτωση του sMS δείγματος (31.9% vs 52%, p<0.001), ενώ οι fMS ασθενείς παρουσίαζαν σε μεγαλύτερη συχνότητα το αλλήλιο (49.1%), κυρίως λόγω της υποομάδας fMS 1st (58.6%). Δεν εντοπίσθηκε στατιστικά σημαντική απόκλιση από την ισορροπία Hardy-Weinberg, αλλά ούτε και στατιστικά σημαντική εύνοια της ομοζυγωτίας στο συνολικό δείγμα και στις επιμέρους ομάδες της μελέτης. Αναφορικά με το δευτερογενή στόχο της μελέτης διαπιστώθηκαν, στο συνολικό δείγμα ασθενών, θετική συσχέτιση φορείας DRB1*03 με πρωιμότερη ηλικία έναρξης νόσου (26.4 vs 30.3 έτη, p=0.04), θετική συσχέτιση φορείας DRB1*04 με εύρεση 1ου βαθμού συγγενών πασχόντων από άλλες αυτοάνοσες παθήσεις (61.1% vs 26%, p=0.01), αρνητική συσχέτιση φορείας DRB1*13 με οπτική νευρίτιδα ως πρώτο σύμπτωμα νόσου (3.6% vs 24%, p=0.011), αρνητική συσχέτιση φορείας DRB1*14 με απομυελινωτικές βλάβες θωρακικού μυελού (28.6% vs 73.3%, p=0.024), όπως και αρνητική συσχέτιση φορείας DRB1*16 με απομυελινωτικές βλάβες θωρακικού μυελού (53.6% vs 76.9%, p=0.029).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η fMS αποτελούσε μία σημαντική μειοψηφία του δείγματος ασθενών ΣκΠ Ελληνικής καταγωγής (1 στους 8 περίπου), μεταβιβαζόμενη συνήθως με μητρικό τρόπο. Από πλευράς φαινοτύπου, φάνηκε να είναι πιο περιορισμένη υπερσκηνιδιακά, σε σύγκριση με την sMS, και να συνδυάζεται συχνότερα με οικογενειακή προδιάθεση θυρεοειδίτιδας Hashimoto. Από πλευράς γονοτύπου, η επίδραση του DRB1 τόπου βρέθηκε σχετικά υποβαθμισμένη στην fMS, αναλογικά με την sMS, με την εξαίρεση του ρόλου που διαδραματίζει το αλλήλιο κινδύνου DRB1*15. Οι συσχετίσεις HLA γονοτύπου – κλινικού φαινοτύπου, που ήταν ο δευτερογενής στόχος της μελέτης, δεν έφτασαν σε καμία περίπτωση το επίπεδο της στατιστικής σημαντικότητας, ανεξάρτητα για την ομάδα fMS, γεγονός που υποστηρίζει περαιτέρω την πραγματική ύπαρξη της εν λόγω υποβάθμισης. Σε μία πρώτη απόπειρα ερμηνείας αυτής της διαπίστωσης, πιστεύουμε ότι προκειμένου να εμφανιστούν πολλαπλές περιπτώσεις προσβεβλημένων στενών συγγενών από ΣκΠ σε μια οικογένεια, δεν αρκεί από μόνος του ο DRB1 τόπος, ως επιβαρυντικό ανοσογενετικό υπόβαθρο. Χρειάζεται συνάμα να επιδράσουν και κάποιοι επιστατικοί μηχανισμοί (πιθανόν εντός του MHC) ή/και να συνυπάρξουν άλλοι HLA και non-HLA επιβαρυντικοί πολυμορφισμοί, ή τέλος και κάποιοι ιδιαίτεροι επιβλαβείς περιβαλλοντικοί παράγοντες.
Κύρια θεματική κατηγορία:
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά:
Σκλήρυνση κατά πλάκας, Τάξης ΙΙ μόρια του κυρίου συμπλόκου ιστοσυμβατότητας, Οικογενής σκλήρυνση κατά πλάκας, HLADRB1 αλληλια, Ελληνικός πληθυσμός
Ευρετήριο:
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
0
Εικονογραφημένη:
Ναι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
300
Αριθμός σελίδων:
137
Katsavos Serafeim PhD.pdf (1 MB) Άνοιγμα σε νέο παράθυρο