Συσχέτιση δεικτών αγγειακής φλεγμονής με την παρουσία και την πρόοδο της υποκλινικής αθηρωμάτωσης σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο

Διδακτορική Διατριβή uoadl:2931469 8 Αναγνώσεις

Μονάδα:
Τμήμα Ιατρικής
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης:
2021-01-07
Έτος εκπόνησης:
2021
Συγγραφέας:
Μαρέτη Αλεξία
Στοιχεία επταμελούς επιτροπής:
Δημόπουλος Μελέτιος Αθανάσιος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Μητράκου Φαναριώτου Ασημίνα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Βλαχόπουλος Χαράλαμπος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Σταματελόπουλος Κίμων, Αναπληρωτής Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Πρωτόγερου Αθανάσιος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Μανιός Ευστάθιος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Γαβριατοπούλου Μαρία, Επίκουρη Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος Τίτλος:
Συσχέτιση δεικτών αγγειακής φλεγμονής με την παρουσία και την πρόοδο της υποκλινικής αθηρωμάτωσης σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο
Γλώσσες διατριβής:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Συσχέτιση δεικτών αγγειακής φλεγμονής με την παρουσία και την πρόοδο της υποκλινικής αθηρωμάτωσης σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο
Περίληψη:
Εισαγωγή́
Πειραματικές μελέτες υποστηρίζουν τον κεντρικό ρόλο της καθεψίνης Β (CTSB) και της καθεψίνης S (CTSS) στην γήρανση , στην αθηρογένεση και στην ρήξη των αθηρωματικών πλακών , όμως η κλινική σημασία αυτών των πρωτεασών στα πρώιμα στάδια της αθηροσκληρυντικής καρδιακής νόσου και της αγγειακής γήρανσης παραμένει άγνωστη. Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι να αξιολογηθεί η σχέση της έκφρασης της καθεψίνης Β και της καθεψίνης S με την αγγειακή γήρανση και την αθηροσκλήρυνση στους ανθρώπους.

Μέθοδοι
Συμπεριελήφθησαν 249 άτομα, από τα οποία οι 162 δεν είχαν κλινικά έκδηλη καρδιαγγειακή νόσο, οι 51 είχαν σταθερή στεφανιαία νόσο (ΣΝ) και οι 36 οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΟΕΜ). Σε αυτό τον πληθυσμό πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις της έκφρασης της CTSB και της CTSS στα μονοκύτταρα του περιφερικού αίματος (PBMCs), καθώς και αιμοδυναμικές και αγγειολογικές μετρήσεις οι οποίες συμπεριλάμβαναν τη μέτρηση ταχύτητας σφυγμικού κύματος (PWV) ως δείκτη αρτηριακής σκληρίας και αγειακής γήρανσης και το υπερηχογράφημα καρωτίδων και μηριαίων αρτηριών, το οποίο επιτρέπει την εκτίμηση της παρουσίας και έκτασης της υποκλινικής περιφερικής αθηρωματικής νόσου. Τυχαίο δείγμα του πληθυσμού (n=100) επανεξετάσθηκε σε δεύτερη επίσκεψη, 3 έτη μετά την πρώτη εκτίμηση. Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για καρδιαγγειακά συμβάματα και ως σύμπλοκο τελικό σημείο ορίστηκε ο θάνατος από όλες τις αιτίες, το ΟΕΜ και η ανάγκη επαναγγείωσης σε στεφανιαία αρτηρία.

Αποτελέσματα
Ο πληθυσμός χωρίς κλινικά έκδηλη ΣΝ στο ανώτερο τριτημόριο έκφρασης της CTSB παρουσίασε 4 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να έχει υψηλή PWV (OR=4.38, 95% CI 1.20-15.9, p=0.025) μετά από στάθμιση για τους κλασσικούς παράγοντες κινδύνου και την νεφρική λειτουργία. Αντίστοιχη σχέση παρατηρήθηκε και με την CTSS αλλά η στατιστική σημαντικότητα εξασθένησε μετά την πολυπαραγοντική ανάλυση (p=0.084). Η έκφραση της CTSB (p=0.006) και της CTSS (p<0.001) ήταν αυξημένη στον πληθυσμό με ΣΝ σε σχέση με τον πληθυσμό χωρίς ΣΝ, ενώ σημαντική αύξηση της CTSS παρατηρήθηκε στην σταθερή ΣΝ έναντι του πληθυσμού χωρίς ΣΝ (p=0.036). Τα επίπεδα της CTSB (p=0.048) και της CTSS (p=0.026) συσχετίστηκαν ανεξάρτητα με τον αριθμό των νοσούντων στεφανιαίων αρτηριών, μετά από στάθμιση για τους κλασσικούς παράγοντες κινδύνου και τη νεφρική λειτουργία. Στον συνολικό πληθυσμό η αυξημένη έκφραση της CTSB, αλλά όχι της CTSS, συσχετίστηκε με τον αριθμό των νοσούντων αρτηριακών δικτύων (παρουσία υποκλινικής ή κλινικά έκδηλης βλάβης στις καρωτίδες, στις μηριαίες αρτηρίες, την αορτή και τα στεφανιαία αγγεία, OR=1.60, 95%CI 1.05-2.43, στο ανώτερο έναντι κατωτέρων τριτημορίων, p=0.029), μετά από στάθμιση για τους κλασσικούς παράγοντες κινδύνου, τη νεφρική λειτουργία και τη παρουσία στεφανιαίας νόσου. Σε υποπληθυσμό συμμετεχόντων που επανεξετάσθηκαν σε διάμεσο χρονικό διάστημα 3 ετών, η αυξημένη CTSS, αλλά όχι η CTSB, κατά την πρώτη επίσκεψη συσχετίσθηκε με μεγαλύτερη αύξηση της αρτηριακή σκληρίας κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης (p<0.05 για την αλληλεπίδραση μεταξύ των ομάδων τριτημορίων CTSS). Τέλος, τα υψηλά επίπεδα έκφρασης της CTSB (3ο τριτημόριο) συσχετίσθηκαν με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης του σύμπλοκου τελικού σημείου συμβαμάτων (adjusted HR 3.88, 95%CI 1.43-10.53, p=0.008).


Συμπεράσματα
Τα αυξημένα επίπεδα έκφρασης CTSB και CTSS στα PBMCs σχετίζονται με μεγαλύτερη αρτηριακή σκληρία, υποκλινική και κλινική αθηρωμάτωση. Επιπλέον η αυξημένη έκφραση CTSS συσχετίσθηκε με ταχύτερο ρυθμό προόδου της αρτηριακής σκληρίας. Αυτά τα ευρήματα ενισχύουν μηχανιστικά τον ρόλο των καθεψινών στην επιταχυνόμενη αγγειακή γήρανση και την αθηροσκλήρυνση και χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης για την αξιολόγησή τους ως πιθανοί βιοδείκτες στην καρδιαγγειακή νόσο.
Κύρια θεματική κατηγορία:
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά:
Καθεψίνη, Αθηροσκλήρυνση, Στεφανιαία νόσος
Ευρετήριο:
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
0
Εικονογραφημένη:
Ναι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
330
Αριθμός σελίδων:
175
Mareti Alexia PhD .pdf (4 MB) Άνοιγμα σε νέο παράθυρο