Ο Ύμνος στον Δία του Κλεάνθη και η φιλοσοφική ερμηνεία του

Διδακτορική Διατριβή uoadl:2959834 9 Αναγνώσεις

Μονάδα:
Τμήμα Φιλοσοφίας
Βιβλιοθήκη Φιλοσοφικής Σχολής
Ημερομηνία κατάθεσης:
2021-09-08
Έτος εκπόνησης:
2021
Συγγραφέας:
Γκιόκα Ελένη
Στοιχεία επταμελούς επιτροπής:
Ιωάννης Καλογεράκος,Αναπληρωτής Καθηγητής,Τμήμα Φιλοσοφίας, Φιλοσοφικής Σχολής Έκπα
Παναγιώτης Πανταζάκος,Καθηγητής,Τμήμα Φιλοσοφίας, Φιλοσοφικής Σχολής Έκπα
Ευαγγελία Μαραγγιανού-Δερμούση,Ομότιμη Καθηγήτρια,Τμήμα Φιλοσοφίας, Φιλοσοφικής Σχολής Έκπα
Μαρία Πρωτοπαπά-Μαρνέλλη,Διευθύντρια Ερευνών Κ.Ε.Ε.Φ. της Ακαδημίας Αθηνών
Γεώργιος Βασίλαρος,Αναπληρωτής Καθηγητής,Τμήμα Φιλοσοφίας, Φιλοσοφικής Σχολής Έκπα
Γεώργιος Αραμπατζής,Αναπληρωτής Καθηγητής,Τμήμα Φιλοσοφίας, Φιλοσοφικής Σχολής Έκπα
Γεώργιος Στείρης,Αναπληρωτής Καθηγητής,Τμήμα Φιλοσοφίας, Φιλοσοφικής Σχολής Έκπα
Πρωτότυπος Τίτλος:
Ο Ύμνος στον Δία του Κλεάνθη και η φιλοσοφική ερμηνεία του
Γλώσσες διατριβής:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Ο Ύμνος στον Δία του Κλεάνθη και η φιλοσοφική ερμηνεία του
Περίληψη:
Το θέμα της διδακτορικής διατριβής είναι «Ο Ύμνος στον Δία του Κλεάνθη και η φιλοσοφική ερμηνεία του». Έχει αξιοποιηθεί τόσο η πρωτεύουσα όσο και η δευτερεύουσα βιβλιογραφία.Αναδεικνύεται η σχέση της Θεολογίας με την Φυσική αλλά και την ηθική διδασκαλία των Στωικών και ιδιαίτερα του Κλεάνθη. Οι απόψεις του φιλοσόφου συνεξετάζονται υπό την ερμηνευτική όχι μόνο της παράδοσης την οποία εκπροσωπεί αλλά και των απόψεων των κύριων εκπροσώπων της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.
Ο Άσσιος φιλόσοφος ακολουθεί την τριμερή θεματολογική διάταξη που υπάρχει παραδοσιακά στα υμνολογικά κείμενα: α) επίκληση στην θεότητα, β) λόγος επαινετικός προς τον Δία, γ) δοξολογία-παράκληση προς τον Θεό.
Στο Α΄ και στο Β΄ Κεφάλαιο αποπειράται να καταδειχθεί το ιστορικοφιλοσοφικό πλαίσιο του κειμένου. Στα Κεφάλαια Γ΄, Δ΄ και Ε΄ γίνεται η ερμηνευτική-αναλυτική προσέγγισή του.
Στο πρώτο υποκεφάλαιο του Α΄ Κεφαλαίου καταδεικνύεται πως η θεολογική προσέγγιση και η εξηγητική ερμηνεία των εγκοσμίων δρωμένων, ανάγεται ήδη στην εποχή του Ομήρου και του Ησιόδου, όπου ο Δίας ως η ύψιστη κοσμολογική Αρχή παρεμβαίνει εντός των ορίων του κόσμου ως προνοών αυτού. Είναι η Ύψιστη Θεία Δίκη, η οποία τίθεται είτε ως ενισχυτική, είτε ως αποτρεπτική κάθε ανθρώπινης δράσης ή επιλογής. Οι δράσεις του ανθρώπου θα πρέπει αν είναι σύμφυτες του Θείου Θελήματος. Όταν ο άνθρωπος δεν υπακούσει στο Θείο Θέλημα διαπράττει το αμάρτημα της ύβρεως.
Στο δεύτερο υποκεφάλαιο διαφαίνεται πως ο φιλόσοφος αξιοποιεί τις συλλογιστικές εκφορές των εκπροσώπων της προσωκρατικής διανόησης και σκέψης. Η με φυσικούς όρους προσέγγιση των εγκόσμιων διεργασιών προσλαμβάνει μια θεολογική διάσταση και συνακόλουθα ηθικού τύπου διατομές. Οι αναζητήσεις ξεκινούν από την πρώιμη ιωνική σκέψη, τον Θαλή, τον Αναξίμανδρο, τον Αναξιμένη, τον Ξενοφάνη και τον Ηράκλειτο, από τον οποίο ο Κλεάνθης έχει δεχθεί επιρροές σχετικά με την θεολογική ερμηνεία του υπαρκτού και με την ηθική διδασκαλία του. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στους Ελεάτες και στον κατεξοχήν θεμελιωτή της Σχολής, τον Παρμενίδη. Ο στωικός φιλόσοφος έχει επηρεαστεί κύρια ως προς τις γνωσιολογικές εδραιότητες που συνθέτουν μια ολοκληρωμένη ηθική πρόταση. Έπειτα εστιάζοντας στου Πυθαγορείους, ο όρος «αρμονίη» προσιδιάζει ή χαρακτηρίζει απολύτως τον στωικό σοφό. Ο Εμπεδοκλής με τους όρους της φιλότητας και του Νείκους που χρησιμοποιεί, φαίνεται να ήταν αυτός ο στοχαστής που τροφοδότησε, τους μεταγενέστερους φιλοσόφους, με ειδικού τύπου ηθικές νοηματοδοτήσεις για την οντολογία και την Κοσμολογία. Στο τέλος του υποκεφαλαίου γίνεται αναφορά στον Αναξαγόρα και τους Ατομικούς φιλοσόφους Λεύκιππο και Δημόκριτο. Ο Δημόκριτος με τον όρο «εὐθυμίη» πλησιάζει κοντά στην ευδαιμονία του σοφού των Στωικών.
Στο τρίτο υποκεφάλαιο διαφαίνονται οι επιρροές που έχει δεχθεί ο Κλεάνθης από τον Πλάτωνα. Στα κείμενα του Πλάτωνα, η ύπαρξη του κόσμου υποδηλώνει παράλληλα την ύπαρξη ενός Θεού, ως σχέση αιτίου-αιτιατού. Η ανθρώπινη ελλογύτητα, στοιχείο που κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα έμβια όντα, δύναται να αντιληφθεί τις αξιολογικές διατομές, για να προσανατολίσει τον βίο της ή να θέσει αυτόν ως σύμφωνον των όσων χαρισματικών της πρώτης Αρχής, η θεία Πρόνοια του κοινοποιεί. Η σχέση αιτίου-αιτιατού υποδηλώνει την συγγενική των δυο σχέση και υποδεικνύει τις εγγενείς δυνατότητες του δεύτερου να αναδειχθεί ή να αναβιβαστεί στην περιοχή του πρώτου. Το συγκεκριμένο κατόρθωμα νοείται, γνωσιολογικά και ηθικά ως ευδαιμονία.
Κατά την ανάπτυξη του τέταρτου υποκεφαλαίου εξετάζεται αν η αριστοτελική ηθική διδασκαλία λειτουργεί προσδιοριστικά ή και προϋποθετικά της ηθικής διδασκαλίας των Στωικών και του Κλεάνθη.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη προσδιορίζεται η αιτιώδη σχέση θεού-κόσμου ως σχέση ποιούντος-πάσχοντος. Το πρώτο ορίζεται ως το ενεργητικόν και το δεύτερον ως το παθητικόν αίτιον του σύμπαντος. Ο αριστοτελικός Θεός υπάρχει εκτός αλλά και εντός του κόσμου, άπειρος και πεπερασμένος. Προσδιορίζεται και ως Νους, ο οποίος βρίσκεται ως ενύπαρκτος δυνάμει εντός της ανθρώπινης νοητικής εσωτερικότητας.
Ο άνθρωπος οφείλει να ανασύρει τα εσωτερικά θεία στοιχεία που διαθέτει, να ανασυντάξει τον ατομικό νου του, καθιστώντας τον Νουν μια εντός του ἐνεργείᾳ πραγματικότητα. Η ἐνεργείᾳ εσωτερική πραγμάτωση του Νου οδηγεί μια έλλογη οντότητα σε πνευματική ανάταση. Μόνο με αυτή τη προϋπόθεση ο άνθρωπος είναι εφικτό να επιτύχει για τον εαυτό του το «ευδαιμόνως ζῆν», ως θέαση του εσωτερικώς ενυπάρχοντος Θεού.
Στο Β΄ Κεφάλαιο στο πρώτο υποκεφάλαιο αυτού γίνεται παράθεση στοιχείων της βιογραφίας του Κλεάνθη, όπως παρατίθενται στο έργο του βιογράφου Διογένη Λαέρτιου. Ο Κλεάνθης (331-330-232 π.Χ.) με καταγωγή από την Άσσο, ήταν μέτοικος της πόλεως της Αθήνας. Λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης επιδόθηκε σε επαγγελματικές ενασχολήσεις τις βραδινές ώρες της ημέρας για να μην απουσιάζει των εισηγήσεων του διδασκάλου του.
Αφοσιωμένος στον Ζήνωνα, από νωρίς διακρίθηκε μεταξύ των συμμαθητών του. Έχαιρε της ιδιαίτερης εκτιμήσεως του διδασκάλου του. Ήταν πιστός ακροατής δεκαεννέα έτη των φιλοσοφικών διδαχών του Ζήνωνος και αναδείχθηκε ως ο ικανότερος όλων των συμμαθητών του. Και έτσι διαδέχθηκε τον διδάσκαλό του στην διεύθυνση της Σχολής. Ο Κλεάνθης είχε συγγράψει πληθώρα συγγραμμάτων αλλά διασώθηκε μόνο ένα σε ενιαία μορφή - από τον Ιωάννη Στοβαίο - ο Ύμνος εις Δίαν. Απεβίωσε σε προχωρημένη ηλικία ως αυτόχειρ, λόγω των οδυνηρών πόνων που του επέφερε μια ανίατη νόσος.
Αναλαμβάνεται το εγχείρημα στο δεύτερο υποκεφάλαιο να αναδειχθεί οτι ο Κλεάνθης παραμένει συνεπής στις κύριες κατευθύνσεις της Σχολής που εκπροσωπεί, τις οποίες και ανασυνθέτει στην προοπτική της διάκρισης της Θεολογίας από την Φιλοσοφία, με την πρώτη να συνιστά έναν από τους επιμέρους κλάδους της δεύτερης.
Σύμφωνα λοιπόν με τους Στωικούς ο Θεός τίθεται μεταξύ του όλου και του παντός, μεταξύ πέρατος και απείρου. Είναι το δημιουργικόν αίτιον του κόσμου, τον οποίον και δημιουργεί από την σύγκραση των εξ αυτού προερχομένων τεσσάρων πρωτογενών στοιχείων - του πυρός, της γης, του αέρος και του ύδατος. Η απώτατη Αρχή δεν αναπτύσσει μόνο εντός του κόσμου δημιουργική δράση αλλά και παρεμβατική, γι’ αυτόν τον λόγο σημασιολογείται πολλαπλά, ως Έν, Νους, Ειμαρμένη, Φύσις, Ζευς για να καταδειχθεί εννοιολογικά ο ιδιαίτερος ρόλος που κάθε φορά αναπτύσσει.
Ο άνθρωπος οφείλει να θέσει τον αυτό του ως ομόλογο της φύσεως, σύμφωνον προς την Θεία παρεμβατική δράση, η οποία ενεργοποιείται ευεργετικά προς αυτόν. Με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλίσει έναν ευδαίμονα και κατ’ αρετήν βίο.
Στο τρίτο υποκεφάλαιο του Β΄ Κεφαλαίου γίνεται αναφορά στις κύριες κατευθύνσεις τις οποίες και έχει προσλάβει η ηθική διδασκαλία των Στωικών φιλοσόφων στο έργο του Κλεάνθη. Παρουσιάζονται όψεις των κοσμολογικών απόψεων του φιλοσόφου, οι οποίες ενέχουν μια αμιγώς θεολογική χροιά και εξηγείται πως η θεολογική προσέγγιση του υπαρκτού θέτει στο προσκήνιο των αναφορών της ζητήματα ηθικής.
Μεταξύ Θεού και κόσμου διαμορφώνεται μια αιτιακή σχέση. Η ανθρώπινη βούληση είναι εκείνη που προσδιορίζει αυτήν την αιτιακή σχέση. Εκείνη επιλέγει αν θα συνταυτιστεί με την θεία βούληση ή με τον θείο σχεδιασμό.
Στο τέταρτο υποκεφάλαιο επιχειρείται μια εισαγωγική θέαση μεθοδολογικών ζητημάτων του Ύμνου εις Δίαν. Ο Κλεάνθης αναδεικνύεται γνήσιος εκφραστής της φιλοσοφικής παραδόσεως που εκπροσωπεί. Μέσω του κειμένου παρουσιάζει την θρησκευτική παράδοση της εποχής του και της δίνει μια νέα ειδική ηθική απόχρωση. Ο Άσσιος φιλόσοφος διαρθρώνει λόγον ποιητικόν προς τιμή του Διός και ακολουθεί την καθιερωμένη δομολογική μορφή των αρχαίων ελληνικών ύμνων.
Από το Γ΄ Κεφάλαιο αρχίζει η αναλυτική προσέγγιση του ποιήματος. Αρχικά από τους ονοματολογικούς προσδιορισμούς που ο Κλεάνθης αποδίδει στην απώτατη Αρχή, στον Δία. Στο πρώτο υποκεφάλαιο παρουσιάζεται η πληθώρα κατηγορημάτων που ο Κλεάνθης αποδίδει την υπόσταση του Διός. Ο Δίας ενέχει στην υπόστασή του το σύνολο των αρετών, εισαγάγει στον κόσμο τους θείους αρεταϊκούς προσδιορισμούς του και με αυτόν τον τρόπο κοινοποιεί την οντολογική ανωτερότητά του έναντι των δημιουργημάτων της. Οι ειδικές δοξολογικές ονοματολογήσεις αποβλέπουν στο να καταδείξουν το μεταφυσικό αξιακό εύρος της πρώτης Αρχής.
Αποσαφηνίζεται στο δεύτερο υποκεφάλαιο ο όρος φύσις. Ο Δίας άρχει στην ολότητα της φύσεως και συνιστά το αίτιο αυτής, τίθεται υπέρτερος αυτής, ως η απόλυτος φύσις, ως φύσις. Η κυριαρχία του Θεού επί της φύσεως ως Θείον Δίκαιον δεν διαρρυθμίζει μόνο την σχέση του ιδίου με την ολότητα της φύσεως αλλά και την εντός της φύσεως κινητική δραστηριότητα των μερών της.
Στο τρίτο υποκεφάλαιο παρουσιάζονται οι γενεαλογικοί προσδιορισμοί της ανώτατης Αρχής. Το ανθρώπινο γένος έχει θείες καταβολές. Ο άνθρωπος είναι ρυθμιστής αυτής της συγγενικής σχέσης με την ελεύθερή του βούληση. Θα πρέπει αν αναλογιστεί την κραταιότητα του Θεού έναντι αυτού. Σύμφωνα με την Μυρτώ Δραγώνα – Μονάχου ο θεός συνταυτίζεται με την Ειμαρμένη. Είναι ευθύνη του ανθρώπου να διαχειρισθεί την ελευθερία του με έναν ομόλογο της μοίρας, του Θείου Θελήματος τρόπο.
Η ανωτερότητα του θείου όπως καταγράφεται στο τέταρτο υποκεφάλαιο διαφαίνεται δια της υμνολογικής ονοματοθεσίας. Ο Θεός δημιουργεί αλλά και ενυπάρχει συγκρατητικά στον κόσμο. Το θείον είναι η ουσιαστική υφή του και η κινητική ανάπτυξη του κόσμου. Η ταυτότητα του σύμπαντος παραπέμπει συνυποδηλωτικά στον Θεό. Ο ρηματικός τύπος «πείθεται» νοείται ως η συγκατάθεση του ανθρώπου έναντι σε όσα η Ειμαρμένη προτάσσει.
Στο πέμπτο υποκεφάλαιο του Γ΄ Κεφαλαίου γίνεται ερμηνεία των τριών χαρακτηριστικών της φύσεως που αποδίδονται από τον φιλόσοφο. Ο Κλεάνθης χαρακτηρίζει την φύση ως ἀμφήκη, πυρόεντα, ἀείζωον. Οι τρεις αυτοί χαρακτηρισμοί φανερώνουν την παρεμβατική δράση της. Η φύσις ως ἀμφήκης μετέχει κατά τον ίδιο τρόπο τόσο στη Θεία Πρόνοια, όσο και στις εγκόσμιες ενέργειές της. Ως διάπυρος της θείας ενέργειας αποτελεί την δίοδό της αφού μεριμνά ή ενισχύει τη διοχέτευσή της ως τα έσχατα πεδία του υπαρκτού. Ως αείζωος, διαφαίνεται η αϊδιότητα ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της πρώτης αρχής. Ο Κλεάνθης αντιλαμβάνεται την Φύσιν σε μια αέναη και διαρκή προοπτική του δεν υπόκεινται σε χωρο-χρονικές δεσμεύσεις.
Η ενότητα της φύσεως σύμφωνα με τον Κλεάνθη διαπνέεται από τον κοινό θείο Λόγο τον οποίο και ενσωματώνει ως Θεία Πρόνοια. Ο άνθρωπος οφείλει να κατανοήσει τις διατομές που διέπουν το σύνολο του υπαρκτού για να κατανοήσει και τον εαυτό του. Μ’ αυτόν τον τρόπο αντιλαμβάνεται την εντός του ενύπαρκτη παρουσία του Θείου Λόγου προς τον οποίο και έχει θέσει τον ατομικό του λόγο.

Στο πρώτο υποκεφάλαιο του Δ΄ Κεφαλαίου εξετάζεται πως νοείται εκ μέρους του Κλεάνθη η εγγενής ισχύ της Πρώτης Αρχής. Ο Δίας υπερκείμενος του κόσμου παρεμβαίνει εντός του με έναν τρόπο δημιουργικά εξελικτικό. Απογεννά τα τέσσερα βασικά συστατικά στοιχεία του σύμπαντος το πῦρ, το ὕδωρ, τον ἀέρα και την γῆ τα οποία και συγκροτούν την ύλη. Ο άνθρωπος πρέπει να κατανοήσει την αιτιώδη ανωτερότητα του θείου έναντι του ιδίου. Δια των ενεργειών του ο Θεός κοινοποιεί την ουσιακή- σωματική υποδομή του.
Στο δεύτερο υποκεφάλαιο εξετάζεται η έννοια του κακού υπό την γνωσιολογική και την ηθική διάσταση. Η ύπαρξη του κακού στον κόσμο αποτελεί εμπόδιο της αγαθοποιού παρέμβασης. Το κακόν είναι συνυφασμένο με την α-λογία, γιατί δεν εντάσσεται στα όσα ο θείος λόγος χορηγεί στο σύμπαν. Η έννοια του κακού δηλώνει την απουσία του αγαθού Λόγου ως μια παρυπόσταση αυτού. Η ύπαρξη του κακού προβάλλει, για τα έλλογα όντα, την αρχή της ελεύθερης προαίρεσης ή βούλησης.
Στο τρίτο υποκεφάλαιο εκτιμάται πως ο Θείος Λόγος εισέρχεται στις διατομές του υπαρκτού με έναν τρόπο διαλεκτικό και θέτει οριοθετήσεις και οριογραμμές εντός των οντολογικών προοπτικών που διανοίγει. Αναλύονται οι ακούσιες ή και εκούσιες παρανοήσεις της θείας συνδρομής και αφορούν σε μια ειδική κατηγορία ανθρώπων, εκείνη των κακών. Είναι οι υποστάσεις που έχουν θέσει τον εαυτό τους ως ομόλογες της α-νοησίας ως σύμφυτες της δυσ-μοιρίας. Χωρίζονται σε δυο κατηγορίες οι κακοί σε εκείνη των άνους και σε εκείνη των δυσμοίρων επειδή δεν μπορούν να αναχθούν στην περιοχή του Λόγου. Οι ἄνοες βρίσκονται σε φάση πλήρους ασυνειδησίας ενώ οι ἑκόντες δύσμοιροι συνειδητά επιλέγουν την αποστροφή του Θείου.
Στο τέταρτο υποκεφάλαιο του Δ΄ Κεφαλαίου γίνεται αναφορά στην Περί Ηθικής, διδασκαλία των Στωικών. Η ευδαιμονία είναι το ηθικώς ενάντιον της κακότητος του βίου, σχετίζεται με τις δυο ενάντιες όψεις του ανθρωπίνως ζην του παρά φύσιν και του κατά φύσιν ζην. Ο παρά φύσιν βίος είναι εκείνος που εδράζεται στα πάθη και στις άλογες παρορμήσεις της ανθρώπινης ψυχής και την απομακρύνουν από τον τελικό προορισμό της το εὐδαιμόνως ζῆν. Η ανώτατη Αρχή χορηγεί τα παρά φύσιν στοιχεία στους ανθρώπους που η ειμαρμένη έχει ήδη ορίσει ότι θα πρέπει να υποστούν μια τέτοια δοκιμασία.
Στο πρώτο υποκεφάλαιο του Ε΄ Κεφαλαίου αναφέρεται η άποψη του Κλεάνθη πως η ευδαιμονία έχει ηθικούς αλλά και γνωσιολογικούς προσδιορισμούς. Καταδεικνύει την πρόοδο των ελλόγων υποκειμένων στην πρόσκτηση της καθολικής Αλήθειας ως γνώσεως κατόρθωμα. Η γνώση είναι για τον φιλόσοφο η αφετηρία της ηθικής εξέλιξης, της υπαρξιακής και της προσωπικής ολοκλήρωσης ενός ατόμου.
Στη συνέχεια στο δεύτερο υποκεφάλαιο επισημαίνεται για ακόμα μια φορά πως για τον Κλεάνθη είναι πολύ σημαντική η εξέλιξη των ανθρώπων ώστε να επιτύχουν μια πλήρη συστοιχία του ατομικού λόγου τους προς τον Καθολικό Λόγο, την Φύση, την Πρόνοια, την Ειμαρμένη, τον Θεό. Ο άνθρωπος οφείλει να υπερβεί την αλογία του και να διαφοροποιηθεί από τα υπόλοιπα όντα. Σύμφωνα με τους Στωικούς υπάρχει ένα πρότυπο ανθρώπου που έχει επιτύχει για τον εαυτό του να καταστεί σοφός. Ο σοφός έχει συνταυτισθεί με τον Θείο Λόγο, έχει ανέβει επίπεδα στην γνωστική κλίμακα, έχει υπερβεί την υλικότητα, έχει φτάσει στην κατάσταση της απόλυτης ηθικής απάθειας. Έχει δηλαδή επιτύχει το εὐδαιμόνως ζῆν» ή το «ομολογουμένως τῆ φύσει ζῆν» γιατί έχει συντάξει τον εαυτό του προς ό,τι η καθολικότητα της φύσεως επιτάσσει.
Στο τρίτο υποκεφάλαιο με βάση τον Ύμνο στον Δία διαφαίνεται πως ο Κλεάνθης υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι, από την στιγμή που θα κατανοήσουν την παρεμβατική πρόνοια του Θεού εντός του κόσμου, αντιλαμβάνονται και την μεταφυσική ύπαρξή του γι’ αυτό και διατυπώνουν ένα λατρευτικό-δοξαστικό λόγο, υμνώντας την θεία μακαριότητα. Ο Θεός «κοινοποιεί» και ο άνθρωπος «κατανοεί» και «δοξολογεί». Η δοξολογία αποτελεί ανθρώπινο χρέος.
Ο άνθρωπος συμμορφώνεται προς το θείο χρέος θέλημα θέτοντας τον εαυτό του ως συνδιαμορφωτή της υλοποίησης αυτού. Η ανθρώπινη δραστηριότητα εκτυλίσσεται σε ένα πεδίο δράσης στο οποίο αιτιωδώς διαπλέκονται η ειμαρμένη και η συγκατάθεσις, το ηγεμονικόν του κόσμου με το ανθρώπινο ἡγεμονικόν. Οι ανθρώπινες αισθήσεις καλούνται δια του ἡγεμονικοῦ να μετασχημτίσουν το υλικό σε πνευματικό για την διατύπωση αληθών κρίσεων επί όσων συμβαίνουν εγκοσμίως. Έχοντας εντρυφήσει στην ελλογιμότητα ο άνθρωπος, τότε ανακαλύπτει στο εσωτερικό του τον ευδιάθετο Λόγο.
Στο τέταρτο υποκεφάλαιο τίθεται το ερώτημα εάν ο Άσσιος φιλόσοφος είναι υποστηριχτής ενός φιλοσοφικού πολυθεϊσμού ή ενός θρησκευτικού μονοθεϊσμού. Ο Κλεάνθης δεν αρνείται την ύπαρξη έστω και κατώτερων του Δία -Θεών. Όπως όμως και οι υπόλοιποι Στωικοί δεν αποδέχονται την ύπαρξη ενός πανθεϊστικού μοντέλου σαν της παραδοσιακής θρησκείας. Πιστεύουν πως το πλήθος των θείων ονομάτων αφορούν τις εκδηλώσεις της θεότητας του Δία. Έτσι λοιπόν ο μονοθεϊσμός των Στωικών διαφαίνεται στο κείμενο του Κλεάνθη και τεκμηριώνεται με φιλοσοφικούς και με θρησκευτικούς όρους.
Κύρια θεματική κατηγορία:
Φιλοσοφία- Ψυχολογία
Λέξεις-κλειδιά:
Κλεάνθης,Δίας,Στωική Φιλοσοφία,φύση,πρόνοια,ειμαρμένη
Ευρετήριο:
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
0
Εικονογραφημένη:
Όχι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
53
Αριθμός σελίδων:
197

Διδακτορική Διατριβή- Γκιόκα.pdf
1 MB
Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στο αρχείο. H πρόσβαση επιτρέπεται μόνο εντός του δικτύου του ΕΚΠΑ.