Επιπτώσεις της επιλεκτικότητας του αλιευτικού εργαλείου τράτα βυθού σε ιχθυοπληθυσμούς, αλιεία και βιοποικιλότητα

Διδακτορική Διατριβή uoadl:3228785 10 Αναγνώσεις

Μονάδα:
Τμήμα Βιολογίας
Βιβλιοθήκη Σχολής Θετικών Επιστημών
Ημερομηνία κατάθεσης:
2022-08-04
Έτος εκπόνησης:
2022
Συγγραφέας:
Μυτιληναίου Χρυσούλα
Στοιχεία επταμελούς επιτροπής:
Μεγαλοφώνου Περσεφόνη Καθηγήτρια, Τμήμα Βιολογίας, Ε.Κ.Π.Α., Επιβλέπουσα
Νικολαΐδου Άρτεμις Ομότιμη Καθηγήτρια, Ε.Κ.Π.Α.
Smith Christopher J. Διευθυντής Ερευνών, Ι.ΘΑ.ΒΙ.Π.Ε.Υ., ΕΛ.ΚΕ.ΘΕ
Κουτσικόπουλος Κωνσταντίνος Καθηγητής, Τμήμα Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Μαραβέλιας Χρήστος Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Γεωπονίας Ιχθυολογίας & Υδάτινου Περιβάλλοντος, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Ραΐτσος-Εξαρχόπουλος Διονύσης Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Βιολογίας, Ε.Κ.Π.Α.
Τσερπές Γεώργιος Διευθυντής Ερευνών, Ι.ΘΑ.ΒΙ.Π.Ε.Υ., ΕΛ.ΚΕ.ΘΕ
Πρωτότυπος Τίτλος:
Επιπτώσεις της επιλεκτικότητας του αλιευτικού εργαλείου τράτα βυθού σε ιχθυοπληθυσμούς, αλιεία και βιοποικιλότητα
Γλώσσες διατριβής:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Επιπτώσεις της επιλεκτικότητας του αλιευτικού εργαλείου τράτα βυθού σε ιχθυοπληθυσμούς, αλιεία και βιοποικιλότητα
Περίληψη:
Η επιλεκτικότητα είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά ενός αλιευτικού εργαλείου και σχετίζεται με τη βιωσιμότητα των αποθεμάτων, τις απορρίψεις, τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα, τη βιοποικιλότητα, τη συμπεριφορά των ειδών και την αποδοτικότητα, βιωσιμότητα και κερδοφορία της αλιείας. Η παρούσα διδακτορική διατριβή αποσκοπεί στη διερεύνηση των επιπτώσεων της επιλεκτικότητας του σάκου της τράτας βυθού στους ιχθυοπληθυσμούς, την αλιεία και τη βιοποικιλότητα. Ταυτόχρονα, ερευνά το καλύτερο σενάριο για τον σάκο της τράτας, σύμφωνα με την ισχύουσα μεσογειακή νομοθεσία της ΕΕ, δοκιμάζοντας διαφορετικούς τύπους ματιών στο δίχτυ του σάκου. Τέλος, επιδιώκει επίσης να προσδιορίσει τα κύρια πρότυπα συμπεριφοράς των ψαριών που μπορούν να υποστηρίξουν τη βελτίωση της επιλεκτικότητας του σάκου της τράτας. Αν και η πειραματική αλιεία για τη συλλογή των δεδομένων διεξήχθη σε αλιευτικά πεδία της ελληνικής αλιείας, η έρευνα αυτή αποσκοπεί στη δημιουργία γνώσης και παροχή πληροφοριών που αφορούν γενικά την αλιεία με τράτα βυθού στη Μεσόγειο.
Τα δεδομένα συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια δύο πλόων πειραματικής αλιείας, που πραγματοποιήθηκαν στα αλιευτικά πεδία του Νοτίου Αιγαίου το Σεπτέμβριο-Οκτώβριο 2014 και το Μάιο-Ιούνιο 2015 με επαγγελματική μηχανότρατα, που διέθετε τράτα στην οποία ο σάκος κατασκευάστηκε από τρία διαφορετικά δίχτυα με στόχο τη μελέτη της επιλεκτικότητας. Συνολικά, διεξήχθησαν 162 έγκυρες καλάδες, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο κάλυψης του σάκου με κάλυμμα. Η δειγματοληψία βασίστηκε σε τρία κλάσματα: τα διαφυγόντα (στο κάλυμμα), τα εκφορτούμενα και τα απορριπτόμενα (μετά τη διαλογή από τους ψαράδες επί του σκάφους). Αυτό το δειγματοληπτικό σχήμα αποτέλεσε καινοτομία σε σχέση με το σχήμα των δύο κλασμάτων (διαφυγόντα/παρακρατηθέν αλίευμα), που χρησιμοποιήθηκε μέχρι σήμερα στις μελέτες επιλεκτικότητας. Οι αναλύσεις, προκειμένου να εκτιμηθεί με ακρίβεια η αβεβαιότητα, βασίστηκαν στη μέθοδο διπλής δειγματοληψίας με επανάθεση (double bootstrapping), ώστε να ληφθεί υπόψη η διακύμανση τόσο μεταξύ των καλάδων όσο και εντός των καλάδων. Όλες οι αναλύσεις υλοποιήθηκαν χρησιμοποιώντας το λογισμικό SELNET.
Η επιλεκτικότητα του σάκου της τράτας και οι απορρίψεις είναι ζητήματα που σχετίζονται με τη διαχείριση της αλιείας, αλλά έχουν μελετηθεί και μοντελοποιηθεί χωριστά μέχρι σήμερα. Στο πλαίσιο της διερεύνησης της επιλεκτικότητας της τράτας και των επιπτώσεών της στους ιχθυοπληθυσμούς, τις απορρίψεις και την αλιεία, αναπτύχθηκε για πρώτη φορά παγκοσμίως, μια καινοτόμος προσέγγιση για τη μοντελοποίηση δύο διαδοχικών διαδικασιών επιλογής ως προς το μέγεθος σε ό,τι αφορά το συνολικό πληθυσμό ενός είδους, που εισέρχεται στον σάκο της τράτας. Οι διαδικασίες αυτές αναφέρονται αφ’ ενός στο εργαλείο μέσα στη θάλασσα (επιλεκτικότητα του σάκου τράτας ως προς το μέγεθος) και αφ’ ετέρου στον αλιέα επί του σκάφους (επιλογή του αλιέα ως προς το μέγεθος). Το μοντέλο («συνολικό μοντέλο επιλογής» στο εξής) βασίστηκε στο νέο δειγματοληπτικό πρότυπο των τριών κλασμάτων (διαφυγόντα/απορριπτόμενα/εκφορτούμενα). Αυτό έδωσε τη δυνατότητα μοντελοποίησης της πιθανότητας διαφυγής μέσω του σάκου της τράτας (που είχε ως αποτέλεσμα τα διαφυγόντα), καθώς και των επακόλουθων πιθανοτήτων απόρριψης και εκφόρτωσης λόγω της επιλογής επί του αλιευτικού σκάφους από τον αλιέα (με αποτέλεσμα τα εκφορτούμενα και τα απορριπτόμενα). Στην έρευνα που διεξήχθη εξετάστηκαν τρεις διαφορετικοί σάκοι τράτας και αρχικά τρία είδη ιχθύων. Το συνολικό μοντέλο, που περιέγραψε ταυτόχρονα την επιλογή ως προς το μέγεθος του εργαλείου και του αλιέα, βασίστηκε στην θεώρηση ότι ένα είδος, που εισέρχεται στον σάκο της τράτας, μπορεί να ακολουθήσει μια πολυωνυμική κατανομή με τρεις πιθανότητες, τη διαφυγή, την απόρριψη ή την εκφόρτωση. Το μοντέλο περιέγραψε τις πιθανότητες διαφυγής και εκφόρτωσης ως σιγμοειδείς καμπύλες, που έχουν σαν αποτέλεσμα μια κωδωνοειδή καμπύλη για την πιθανότητα απόρριψης, η οποία επηρεάζεται τόσο από την επιλεκτικότητα του εργαλείου όσο και από την επιλογή του ψαρά. Το μοντέλο περιέγραψε καλά (με βάση ειδικές στατιστικές παραμέτρους) τα πειραματικά δεδομένα των τριών ειδών στην αρχική μελέτη, καθώς και των 11 ειδών που εξετάστηκαν στη συνέχεια. Παρείχε δε ταυτόχρονα παραμέτρους για την επιλεκτικότητα, τα απορριπτόμενα και την επιλογή του αλιέα, πληροφορίες χρήσιμες στη διαχείριση της αλιείας. Η μέθοδος που προτάθηκε, αποτελεί μια απλή και οικονομικά συμφέρουσα προσέγγιση για την απόκτηση αυτών των πληροφοριών και μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά, εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμα άλλα δεδομένα. Το μοντέλο φάνηκε επίσης χρήσιμο για την εκτίμηση της δομής των απορρίψεων και των εκφορτώσεων ενός πληθυσμού που εισέρχεται στον σάκο της τράτας ή και για την εκτίμηση του συνολικού πληθυσμού που εισέρχεται στην τράτα, καθώς και για την εξέταση διαφορετικών σεναρίων για πιθανά διαχειριστικά μέτρα στην αλιεία, στοιχεία ιδιαίτερα σημαντικά στη διαχείριση της αλιείας.
Το συνολικό μοντέλο επιλογής ως προς το μέγεθος για την εκτίμηση των παραμέτρων επιλεκτικότητας του σάκου της τράτας και επιλογής του αλιέα εφαρμόστηκε σε πέντε σημαντικά εμπορικά είδη ψαριών. Επιπλέον, μελετήθηκαν 9 είδη παρεμπιπτόντων αλιευμάτων, εφαρμόζοντας το συνολικό μοντέλο επιλογής ως προς το μέγεθος, για την επιλεκτικότητα του σάκου της τράτας και την επιλογή του αλιέα επί του σκάφους. Για τις αναλύσεις αυτές, εξετάστηκαν τρεις σάκοι τράτας, κατασκευασμένοι από δίχτυ i) με ρομβοειδή μάτια 40 mm (40D), ii) τετράγωνα μάτια 40 mm (40S) και iii) ρομβοειδή μάτια 50 mm (50D). Το πρώτο δίχτυ, δεν επιτρέπεται πλέον στις μεσογειακές χώρες της ΕΕ, αλλά εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σε άλλες περιοχές της Μεσογείου, ενώ τα δύο τελευταία δίχτυα, είναι σε χρήση σύμφωνα με κανονισμούς της ΕΕ. Για κάθε είδος που εξετάστηκε, το μοντέλο έδωσε τη δυνατότητα ταυτόχρονης εκτίμησης της πιθανότητας διαφυγής, απόρριψης και εκφόρτωσης για κάθε σάκο της τράτας. Τα αποτελέσματα, χρήσιμα στη διαχείριση της αλιείας, έδειξαν ότι ο σάκος της τράτας 40D ήταν επιζήμιος για τα αποθέματα όλων των ειδών. Ο σάκος της τράτας 40S ήταν καταλληλότερος για τη βιωσιμότητα των 5 από τα υπό μελέτη είδη (M. barbatus, M. surmuletus, M. poutassou, B. boops, S. cabrilla), με παραμέτρους επιλεκτικότητας του εργαλείου παραπλήσιες με το ελάχιστο μήκος αναφοράς διατήρησης (MCRS) και το μήκος πρώτης γεννητικής ωριμότητας (LFM) του κάθε είδους. Η συνθήκη αυτή συνοδευόταν επίσης από νόμιμα αλιεύματα σύμφωνα με τις παραμέτρους επιλογής του αλιέα, μεγαλύτερη συμμόρφωση του αλιέα στους κανονισμούς, αμελητέες απορρίψεις και μικρότερες πιθανές οικονομικές απώλειες για τον αλιέα. Οι απώλειες ήταν συγκριτικά εντονότερες στον σάκο 50D, οποίος φάνηκε να οδηγεί σε μεγαλύτερες οικονομικές απώλειες λόγω διαφυγής και μεγάλων εμπορικού ενδιαφέροντος ατόμων. Ο σάκος της τράτας 50D βρέθηκε πιο κατάλληλος από τον σάκο του 40S για τη βιωσιμότητα του C. linguatula, ωστόσο, λόγω της επιλογής από τον αλιέα μόνο των μεγαλύτερων ατόμων ως εκφορτώσεις, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, αυτός ο σάκος χαρακτηρίστηκε από υψηλή πιθανότητα απόρριψης. Τόσο ο σάκος 40S όσο και ο σάκος 50D ήταν κατάλληλοι για τη βιωσιμότητα του S. smaris και με παρόμοια αποτελέσματα για την αλιεία. Επομένως, ο σάκος 50D φάνηκε ότι δεν ακολουθεί τις προδιαγραφές των κανονισμών της ΕΕ για καλύτερη επιλεκτικότητα σε σχέση με το 40S για τα περισσότερα αποθέματα και επομένως θα πρέπει να εξεταστεί η κατάργηση του ή η χρήση του μόνο σε πεδία με στόχο τα γλωσσοειδή. Κανένας από τους σάκους δεν ήταν αποτελεσματικός για το 50% των ειδών που εξετάστηκαν. Όλοι οι σάκοι της τράτας ήταν επιβλαβείς για το L. budegassa. Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, η συμπεριφορά του ψαρά για κάθε είδος ήταν σταθερή σε όλους τους σάκους, επιλέγοντας για ορισμένα είδη άτομα μικρότερα από το MCRS ή το LFM, μεγαλύτερα για είδη κυρίως παρεμπιπτόντων αλιευμάτων ή παρόμοια με το MCRS ή το LFM, εάν δεν υπήρχαν διαθέσιμα νεαρά άτομα στο αλίευμα, λόγω της επιλεκτικότητας του. Γενικά, η συμπεριφορά των ψαράδων ήταν πιο νόμιμη όταν γινόταν χρήση του σάκου 40S. Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση του σάκου 40S, φαίνεται να απαιτούνται μετατροπές στο εργαλείο για τη βελτίωση της επιλεκτικότητας πολλών ειδών. Για κάποια από αυτά όμως, ήταν προφανές, ότι η μόνη λύση για την προστασία των νεαρών τους ήταν η προστασία των νηπιοτροφείων, δεδομένου ότι η απαιτούμενη αύξηση του ματιού στο σάκο της τράτας θα οδηγούσε σε απώλεια πολλών άλλων σημαντικού εμπορικού ενδιαφέροντος αλιευμάτων. Περαιτέρω μελέτες θα είναι χρήσιμο να διεξαχθούν στο μέλλον για επιπλέον είδη, καθώς η αλιεία με τράτα στη Μεσόγειο είναι μια πολύ-ειδική αλιεία.
Η μείωση της σύλληψης νεαρών ατόμων και των απορρίψεων αποτελούν σημαντικούς στόχους στην αλιευτική πολιτική. Ως εκ τούτου, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο μπακαλιάρο, που είναι ένα σημαντικό εμπορικό είδος με πολλά υπομεγέθη άτομα, τόσο στις απορρίψεις όσο και στις εκφορτώσεις. Για το σκοπό αυτό, το συνολικό μοντέλο επιλογής ως προς το μέγεθος του μπακαλιάρου χρησιμοποιήθηκε για την πρόβλεψη της δομής των απορρίψεων και των εκφορτώσεων του σε περιοχές και περιόδους υψηλής και χαμηλής παρουσίας νεοστρατολογούμενων στην αλιεία μπακαλιάρων, χρησιμοποιώντας τους δύο επιτρεπόμενους, σύμφωνα με τη νομοθεσία, σάκους για την τράτα (40S και 50D). Επιπλέον, εξετάστηκαν ορισμένοι δείκτες εκμετάλλευσης, που σχετίζονται με το πρότυπο επιλογής του εργαλείου και του αλιέα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι και οι δύο σάκοι ήταν ακατάλληλοι για τη βιώσιμη αλιεία του μπακαλιάρου σε περιοχές και περιόδους υψηλής παρουσίας νεοστρατολογούμενων ατόμων, με το σάκο 50D να έχει χειρότερα αποτελέσματα από τον 40S. Αντίθετα, η αλιεία και με τους δύο σάκους, σε περιοχές και σε περιόδους χαμηλής παρουσίας νεοστρατολογούμενων ατόμων, παρουσίασε τα χαμηλότερα ποσοστά απορρίψεων και μεγέθη εκφορτώσεων πλησίον στο MCRS. Οι δείκτες εκμετάλλευσης έδειξαν ότι ο λόγος απόρριψης αλλοιώνεται σε σχέση με την πραγματικότητα, λόγω της επιλογής του αλιέα να συμπεριλάβει υπομεγέθη άτομα στις εκφορτώσεις. Επίσης, ακόμη και σε περιοχές και περιόδους με χαμηλή παρουσία νεοστρατολογούμενων ατόμων μπακαλιάρου, ο λόγος απόρριψης κατά βάρος ήταν περίπου 8%, τιμή μεγαλύτερη από την εξαίρεση του 5%, που έχει καθοριστεί για την αναγκαστική εκφόρτωση των απορρίψεων του μπακαλιάρου. Τέλος, η συμμετοχή των υπομεγεθών ατόμων μπακαλιάρου στις εκφορτώσεις, μπορεί να εκφράζει το 5% της αξίας των νομίμων εκφορτώσεων σε περιοχές και περιόδους χαμηλής παρουσίας νεαρών ατόμων, αλλά μπορεί να πλησιάσει ακόμη και το 30% της αξίας τους όταν η παρουσία των νεαρών είναι υψηλή. Τα αποτελέσματα παρείχαν χρήσιμες πληροφορίες για τη διαχείριση της αλιείας με στόχο την αποφυγή των νεαρών στα αλιεύματα και τη μείωση των απορρίψεων. Ως πιθανό μέτρο, για τη βιωσιμότητα των αποθεμάτων του μπακαλιάρου προτάθηκε η χωρο-χρονική απαγόρευση της αλιείας με τράτα σε περιοχές και περιόδους υψηλής παρουσίας νεαρών μπακαλιάρων.
Για τις επιπτώσεις στη θαλάσσια βιοποικιλότητα διερευνήθηκαν διάφοροι παράγοντες, όπως η αφθονία, ο πλούτος των ειδών, οι δείκτες ποικιλότητας, η ποιοτική και ποσοτική σύσταση των ειδών, το τροφικό επίπεδο και ο δείκτης τρωτότητας. Ο στόχος ήταν ο εντοπισμός διαφορών ανάμεσα στη συνολική εισερχόμενη στο σάκο της τράτας βιοκοινότητα σε σχέση με τα διαφυγόντα, παρακρατηθέν στο σάκο αλίευμα, απορριπτόμενα και εκφορτούμενα. Οι τρεις σάκοι 40D, 50D και 40S εξετάστηκαν και συγκρίθηκαν και σε αυτή την έρευνα. Γενικά, η αλιεία με τράτα βρέθηκε να παράγει ένα κλάσμα διαφυγόντων, που είχε πάντα χαμηλότερες τιμές σε αφθονία, πλούτο ειδών και δείκτη τρωτότητας, παρόμοιες σε δείκτες ποικιλότητας και τροφικό επίπεδο και διαφορετικές στην ποσοτική σύσταση των ειδών σε σύγκριση με τη συνολική εισερχόμενη στο σάκο βιοκοινότητα. Ως προς τους αλιείς, αυτοί φάνηκε να επιλέγουν σε όλες τις περιπτώσεις ως εκφορτώσεις, ένα κλάσμα που είχε πάντα χαμηλότερες τιμές σε πλούτο ειδών και δείκτες ποικιλότητας και υψηλότερες σε τροφικό επίπεδο. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι απέρριπταν βασικά ένα κλάσμα που είχε τις υψηλότερες τιμές σε δείκτες ποικιλότητας και τρωτότητας και χαμηλότερες σε τροφικό επίπεδο σε σχέση με τα άλλα κλάσματα, ακόμη και συγκριτικά με τη συνολική εισερχόμενη βιοκοινότητα. Σε αυτό το κλάσμα των απορριπτόμενων, διαπιστώθηκε το μεγαλύτερο ποσοστό των Ελασμοβραγχίων, τα οποία είναι από τα πλέον ευάλωτα είδη και τα οποία έχουν πολύ χαμηλή επιλεκτικότητα. Πρέπει να αναφερθεί επίσης, ότι ένας μεγάλος αριθμός ειδών (~220) εντοπίστηκε στο σύνολο της εισερχόμενης σε κάθε σάκο βιοκοινότητας, από τον οποίο περίπου το 83% παρακρατήθηκε στον σάκο της τράτας, υποδηλώνοντας την πολυ-ειδική φύση της αλιείας με τράτα στη Μεσόγειο. Επιπλέον, περίπου το 60% του συνολικού αριθμού των ειδών απελευθερώθηκε, αλλά περίπου το 80% απορρίφθηκε και μόνο το 23% (~50 είδη) εκφορτώθηκε. Από τα εκφορτωθέντα, περίπου το 90% σε αριθμό αποτελούσαν μόνο 6. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν τη χαμηλή αποτελεσματικότητα του εργαλείου, αφού από τον μεγάλο αριθμό ειδών που εισέρχονται στον σάκο της τράτας μόνο ένα μικρό μέρος είναι τελικά εμπορεύσιμο. Ο σάκος 40S έδειξε γενικά ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό στον αριθμό των ειδών και ατόμων που διαφεύγουν και λιγότερες διαφορές στην ποιοτική και ποσοτική σύσταση των ειδών σε σχέση με τη συνολική εισερχόμενη βιοκοινότητα. Επιπλέον, παρουσίασε χαμηλότερο ποσοστό στις απορρίψεις και υψηλότερο στις εκφορτώσεις στο παρακρατηθέν αλίευμα (0,6:1) σε σχέση με τους άλλους δύο σάκους της τράτας (0,9:1). Αν και ο σάκος 40S φάνηκε λιγότερο επιβλαβής, δεν φάνηκε ούτε αυτός να είναι επαρκής για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν την ανάγκη τροποποίησης της τράτας με στόχο την εξάλειψη του κλάσματος των απορριπτόμενων και ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων ειδών σε αυτό (π.χ. Ελασμοβράγχια). Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι δείκτες ποικιλότητας και το τροφικό επίπεδο της εισερχόμενης βιοκοινότητας, αν και μη ανιχνεύσιμο εύκολα στο παρόν, φαίνεται να αλλάζουν σταδιακά με την πάροδο του χρόνου εξ αιτίας i) της συνεχούς μη-αφαίρεσης των μικρών σε μέγεθος οργανισμών (διαφυγόντα), οι οποίοι είναι χαμηλότερου τροφικού επιπέδου και τρωτότητας και ii) της συνεχούς αφαίρεσης των μεγαλύτερων οργανισμών (παρακρατηθέν αλίευμα), οι οποίοι είναι και υψηλότερου τροφικού επιπέδου και τρωτότητας. Αυτά αποτελούν στοιχεία, που μπορεί να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό τη βιοποικιλότητα μακροπρόθεσμα.
Τέλος, η διερεύνηση της συμπεριφοράς των ειδών στον σάκο της τράτας αποκάλυψε διαφορετικά χαρακτηριστικά για τα 32 είδη που μελετήθηκαν. Οκτώ είδη εμφάνισαν πολύ υψηλό ποσοστό δυναμικής κατάστασης και υψηλής δραστηριότητας, γεγονός που αποτελεί ένδειξη υψηλής πιθανότητας διαφυγής και πιθανότητας επιβίωσης στη θάλασσα μετά τη διαφυγή από το σάκο της τράτας. Αντίθετα, επτά παρουσίασαν υψηλό ποσοστό παθητικής κατάστασης, και υψηλό ποσοστό (30-50%) ημιθανών ατόμων, ένδειξη χαμηλής πιθανότητας διαφυγής καθώς και επιβίωσης μετά από αυτή. Σε τρία είδη, η δυναμική κατάσταση μειώθηκε σημαντικά (> 50%) κατά τη διάρκεια της αλιείας με τράτα, ενώ για άλλα επηρεάστηκε σε μικρότερο βαθμό. Από τα 32 είδη που μελετήθηκαν, τα 23 παρουσίασαν κάποια δραστηριότητα διαφυγής, που φάνηκε να λαμβάνει χώρα σε όλες τις φάσεις της αλιείας με τράτα. Ωστόσο, σε ορισμένα είδη η δραστηριότητα διαφυγής μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, ενώ επτά είδη παρουσίασαν αύξηση της δραστηριότητας διαφυγής στην τελική φάση, όπου η τράτα βρισκόταν στην επιφάνεια της θάλασσας. Ως προς την περιοχή διαφυγής, τα πελαγικά είδη εντοπίστηκαν κυρίως στην άνω περιοχή του σάκου της τράτας, ενώ τα βενθικά στην κάτω και πλευρική. Πολλά βενθοπελαγικά είδη παρατηρήθηκαν στη μέση, πλευρική και κάτω περιοχή του σάκου. Τα αποτελέσματα αυτά έδειξαν ότι, εάν σχεδιάζεται βελτίωση της επιλεκτικότητάς του σάκου, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά των ειδών. Επιπλέον, επειδή η πιθανότητα επαφής των διαφόρων οργανισμών με το δίχτυ βρέθηκε να είναι πολύ χαμηλή, είναι αναγκαίες παρεμβάσεις στο εργαλείο που θα ενισχύουν αυτή την πιθανότητα. Μεταξύ των τριών σάκων που εξετάστηκαν, τα είδη στο σάκο 40S παρουσίασαν περισσότερη δραστηριότητα διαφυγής απ’ ότι στον 50D και στον τελευταίο περισσότερη απ’ ότι στον 40D.
Συνοπτικά, με βάση όλα τα προαναφερθέντα αποτελέσματα, διαπιστώθηκε ότι αν και ο σάκος 40S φάνηκε να είναι επιλεκτικότερος και με λιγότερες επιπτώσεις τόσο στα αποθέματα όσο και στο οικοσύστημα, παρόλα αυτά εξακολουθούν να είναι απαραίτητες επιπλέον αλλαγές του εργαλείου με στόχο τη μείωση των επιπτώσεων του τόσο σε σχέση με τη βιωσιμότητα των αποθεμάτων όσο και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Δεδομένου ότι η επιπλέον αύξηση του μεγέθους των ματιών στον σάκο της τράτας δεν είναι μια πολλά υποσχόμενη αλλαγή χωρίς οικονομικές απώλειες για τους αλιείς, προτείνεται να διερευνηθούν αλλαγές που βελτιώνουν την επιλεκτικότητα ως προς το είδος και που υποστηρίζουν κυρίως τη διαφυγή των απορριπτόμενων. Αυτό αναμένεται να βοηθήσει τόσο στη μείωση των επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα όσο και στη μείωση των απορρίψεων. Θα μπορούσαν επίσης να διερευνηθούν και άλλες αλλαγές για τη βελτίωση της επιλεκτικότητας ως προς το μέγεθος των υπό εκμετάλλευση αποθεμάτων, αλλά η χρήση τους θα πρέπει να είναι αποδεκτή από τους αλιείς και τους εμπλεκόμενους.
Η διεξαχθείσα έρευνα προσέφερε σημαντικές πληροφορίες για τη διαχείριση της αλιείας με τράτα βυθού της Μεσογείου σχετικά με την επιλεκτικότητα του εργαλείου, το πρότυπο επιλογής των αλιέων και τις επιπτώσεις τους στα αποθέματα και το οικοσύστημα, καθώς και πληροφορίες για τη συμπεριφορά των ειδών, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε αλλαγές του εργαλείου για τη βελτίωση της επιλεκτικότητας του. Δεδομένου ότι η τράτα βυθού είναι ένα σημαντικό αλιευτικό εργαλείο (20% της αλιευτικής παραγωγής), οι πληροφορίες αυτές μπορούν να συμβάλλουν στο μελλοντικό μετριασμό των επιπτώσεων αυτού του εργαλείου, οδηγώντας σε μια πιο αποτελεσματική αλλά ταυτόχρονα και πιο φιλική προς το περιβάλλον δραστηριότητα κοινωνικο-οικονομική δραστηριότητα.
Κύρια θεματική κατηγορία:
Θετικές Επιστήμες
Λέξεις-κλειδιά:
μοντέλα επιλεκτικότητας, απορριπτόμενα, βιοποικιλότητα, συμπεριφορά ειδών, επιπτώσεις τράτας
Ευρετήριο:
Ναι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
4
Εικονογραφημένη:
Ναι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
295
Αριθμός σελίδων:
329
Αρχείο:
Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στο αρχείο έως 2025-08-05.

DD_MYTILINAIOU.pdf
16 MB
Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στο αρχείο έως 2025-08-05.

 


DD_MYTILINAIOU.zip
15 MB
Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στο αρχείο έως 2025-08-05.