Η προστασία της ιδιωτικής σφαίρας των κρατουμένων και ο έλεγχος παραβίασής της από τα Διοικητικά Δικαστήρια κατά το γαλλικό πρότυπο

Διδακτορική Διατριβή uoadl:3228821 18 Αναγνώσεις

Μονάδα:
Τμήμα Νομικής
Βιβλιοθήκη Νομικής Σχολής
Ημερομηνία κατάθεσης:
2022-08-08
Έτος εκπόνησης:
2022
Συγγραφέας:
Πούλου Κρυσταλένια-Σωτηρία
Στοιχεία επταμελούς επιτροπής:
Θεοδώρα Αντωνίου, καθηγήτρια, Τμήμα Νομικής, ΕΚΠΑ
Παναγιώτης Λαζαράτος, καθηγητής, Τμήμα Νομικής, ΕΚΠΑ
Παύλος-Μιχαήλ Ευστρατίου, αν. καθηγητής, Τμήμα Νομικής, ΕΚΠΑ
Βασίλειος Κονδύλης, αν. καθηγητής, Τμήμα Νομικής, ΕΚΠΑ
Παρασκευή Μουζουράκη, αν. καθηγήτρια, Τμήμα Νομικής, ΕΚΠΑ
Βασιλική Χρήστου, επ. καθηγήτρια, Τμήμα Νομικής, ΕΚΠΑ
Χρυσαφώ Τσούκα, αν. καθηγήτρια, Τμήμα Νομικής, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος Τίτλος:
Η προστασία της ιδιωτικής σφαίρας των κρατουμένων και ο έλεγχος παραβίασής της από τα Διοικητικά Δικαστήρια κατά το γαλλικό πρότυπο
Γλώσσες διατριβής:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Η προστασία της ιδιωτικής σφαίρας των κρατουμένων και ο έλεγχος παραβίασής της από τα Διοικητικά Δικαστήρια κατά το γαλλικό πρότυπο
Περίληψη:
Η φυλακή συνιστά την πλέον οργανωμένη μορφή συλλογικής διαβίωσης αποκομμένη από τον υπόλοιπο κοινωνικό ιστό, ενώ εντός αυτής αναπτύσσονται έντονα εξουσιαστικές σχέσεις. Ως αντίβαρο της ανωτέρω αδιαμφισβήτητης διαπίστωσης προτάσσεται η αναγνώριση και η προστασία των δικαιωμάτων των κρατουμένων, τόσο μέσω της αποτύπωσής τους σε θεσμικά κείμενα όσο και η πρόβλεψη θεσμών προστασίας. Ο μηχανισμός όμως προστασίας των δικαιωμάτων των εγκλείστων, τόσο των ουσιαστικών όσο και των δικονομικών, αποτελεί ακόμα έναν πεδίο υπό εξερεύνηση. Η φυλακή είναι μια πραγματική συνθήκη άσκησης των δικαιωμάτων των υπό εγκλεισμό πολιτών – διοικουμένων, οπότε τυχόν περιορισμοί η συγκρούσεις δικαιωμάτων αυτών θα πρέπει να υπαχθούν στα ίδια κριτήρια και στις ίδιες τεχνικές στάθμισης. Ο κρατούμενος είναι μεν φορέας των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται, τα ασκεί όμως εντός του λειτουργικού πλαισίου στο οποίο ευρίσκεται με αποτέλεσμα να επιδέχονται συχνά υπέρμετρους περιορισμούς που οδηγούν ακόμα και στην κατάλυση του πυρήνα τους. Η εξουσιαστικές σχέσεις που αναπτύσσονται στα σωφρονιστικά ιδρύματα αποτελούν πρόσφορο έδαφος για την δημιουργία μιας πρακτικής καταχρήσεων και αυθαιρεσίας. Όπως υπογραμμίζεται από την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου η «πολιτική επιλογή περιχαράκωσης της φυλακής, … δημιούργησε συνθήκες άνθησης της αυθαιρεσίας, της διαφθοράς και βέβαια παραβίασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Η επιδίωξη, λοιπόν, που καλείται ένα κράτος δικαίου να επιτύχει είναι η ύπαρξη σωφρονιστικών ιδρυμάτων δεκτικών στον έλεγχο.
Υπογραμμίζοντας ότι το λίκνο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, συναφθείσα την 4η Νοεμβρίου 1950, βρίσκεται συμβολικά, όχι στη Ρώμη, αλλά σε κάθε τόπο που οι γυναίκες, οι άνδρες και τα παιδιά στερούνται της ελευθερίας τους, βασανιζόμενοι και δολοφονούμενοι, κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ο Α. Spielmann, παλαιός δικαστής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εξέφρασε τη λύπη του, διότι οι εμπνευστές της Σύμβασης παρέλειψαν να προβλέψουν σε αυτό το εργαλείο μια ειδική διάταξη που να αφορά την μεταχείριση των κρατουμένων. Ενόψει του ότι κανένα πρόσθετο Πρωτόκολλο της Σύμβασης δεν ήλθε να συμπληρώσει αυτό το σημαντικό νομικό κενό, καθίσταται απαραίτητο να δοθεί έμφαση στην τεράστια εξέλιξη της προστασίας των δικαιωμάτων, οφειλόμενη στο Δικαστήριο του Στρασβούργου. Η εν λόγω μελέτη επιδιώκει να καταδείξει πως τα πρωτογενή κενά του κειμένου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης – όπου εκτός από το άρθρο 5 σχετικά με το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη ειδικά αφιερωμένη στα δικαιώματα των κρατουμένων – συμπληρώνονται από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ανιχνεύει την κανονιστική εξουσία του ευρωπαίου δικαστή, καθώς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποτελεί την πηγή της δημιουργίας ευρωπαϊκών κανόνων προστασίας των δικαιωμάτων των κρατουμένων. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το οποίο έχει αφιερώσει το ένα τρίτο των υποθέσεων του στις διαφορές σχετικά με τους κρατουμένους, αποτελεί έναν από τους κύριους παράγοντες της αναγνώρισης αλλά και του εναρμονισμού των δικαιωμάτων των κρατουμένων στις χώρες της Ευρώπης. Μέσω μιας ίσως πολλές φορές τολμηρής ερμηνείας των δικαιωμάτων που εμπεριέχονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση, ο Ευρωπαίος Δικαστής των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατάφερε, πράγματι, να διαπλάσει μια ευρωπαϊκή φόρμα για την προστασία των δικαιωμάτων των κρατουμένων. Όμως, αν και υπάρχουν ακόμα κάποια μειονεκτήματα, που πηγάζουν από την απουσία της κατάλληλης νομικής βάσης εντός του συμβατικού κειμένου, η σημασία της ερμηνείας που δόθηκε από τον Ευρωπαίο Δικαστή είναι αδιαμφισβήτητη, ιδίως λόγω των ιδιαιτεροτήτων στην λειτουργία της των σωφρονιστικών ιδρυμάτων.
Η προστασία των κοινωνικών σχέσεων του ατόμου εμπίπτουν κυρίως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, όπου κατοχυρώνεται το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας του. Το άρθρο 8 της συμβάσης αποτελεί μια από τις πλέον πολύμορφες εγγυήσεις που περιλαμβάνονται σε αυτήν, καθώς προστατεύει, όπως προελέχθη τέσσερα έννομα συμφέροντα: την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, την κατοικία και την αλληλογραφία. Τα συμφέροντα αυτά απαριθμούνται διακριτά όμως στην πράξη συχνά αλληλοκαλύπτονται καθώς άπαντα έχουν ως στόχο την προστασία της ιδιωτικής σφαίρας εν γένει. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν έχει καταλήξει έως σήμερα σε έναν αυστηρό και άκαμπτο κατάλογο συμφερόντων που δύναται να προστατευτούν υπό την σκέπη του άρθρου 8, ούτε δε έχει σχηματίσει έναν εξαντλητικό ορισμό τους. Ο Ευρωπαίος Δικαστής έχει επιλέξει συνειδητά να υιοθετήσει μια δυναμική ερμηνεία της διάταξης, με αποτέλεσμα την συνεχή διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της.
Τα πρόσωπα που έχουν φυλακιστεί βρίσκονται σε ευάλωτη θέση και οι αρχές έχουν καθήκον να τα προστατεύουν, το κράτος δε είναι υπεύθυνο για κάθε πρόσωπο που τελεί υπό κράτηση, διότι το τελευταίο βρίσκεται απόλυτα στα χέρια των αρχών. Το πρόσωπο που στερείται της φυσικής του ελευθερίας, εκτίοντας την ποινή του στο σωφρονιστικό ίδρυμα (ανεξάρτητα εάν αυτή η ποινή έχει καταστεί αμετάκλητη ή όχι), δεν πρέπει εξαιτίας αυτής της κατάστασης να στερείται των στοιχειωδών διαδικαστικών εγγυήσεων, ιδίως δε του δικαιώματος πρόσβασης στην δικαιοσύνη. Επομένως, προκειμένου να προστατευθεί κατά τρόπο απτό το σύνολο των θεμελιωδών δικαιωμάτων ουσιαστικής φύσης (ιδίως το δικαίωμα σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και το δικαίωμα να διατηρεί προσωπικές σχέσεις με τον εξωτερικό κόσμο), ο κρατούμενος πρέπει να μπορεί να έχει πρόσβαση και να κινητοποιήσει τους μηχανισμούς των οποίων ο σκοπός είναι η καταδίκη των προσβολών των εν λόγω δικαιωμάτων. Ο Ευρωπαίος Δικαστής, υπό αυτήν την λογική, εκδήλωσε ρητώς την θέλησή του να διεισδύσει η διαδικαστική νομιμότητα του κοινού δικαίου εντός της φυλακής και ν’ αναγνωρίσει την δυνατότητα εφαρμογής των δικαιωμάτων διαδικαστικής φύσης που εμπεριέχονται στο συμβατικό κείμενο σε τομείς που είχαν a priori αποκλεισθεί από το πεδίο εφαρμογής του εσωτερικού δικαίου διότι θεωρούνταν ως σύμφυτοι με την εσωτερική τάξη των φυλακών. Συνακόλουθα, σταδιακά και υπό την ευρωπαϊκή πίεση, οι φυλακές επηρεάστηκαν από τις διαδικαστικές εγγυήσεις από τις οποίες επωφελούνται τα ελεύθερα άτομα.
Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και το δικαίωμα σε μια αποτελεσματική προσφυγή του άρθρου 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης συνθέτουν την διαδικαστική νομιμότητα του συμβατικού κειμένου. Ο Ευρωπαίος Δικαστής συνέβαλε στο να επωφεληθεί ο κρατούμενος από αυτές τις διατάξεις και διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής τους. Η νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου ενέπνευσε την εξέλιξη του ευρωπαϊκού δικαίου. Τα ευρωπαϊκά κράτη, ιδίως δε η Γαλλία, η Αγγλία, η Γερμανία, το Βέλγιο και η Ισπανία, έθεσαν σταδιακά μηχανισμούς ελέγχου των αποφάσεων που αφορούσαν στους κρατούμενους.
Το πρόσωπο που στερείται της ελευθερίας του, ως διάδικος, διαθέτει την ικανότητα απόλαυσης των δικαιωμάτων διαδικαστικής φύσης που εμπεριέχονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Μπορεί, λοιπόν, στην περίπτωση που θα προκύψει κάποια διαφορά σχετικά με τον εγκλεισμό του, να απαιτήσει τον σεβασμό του συνόλου αυτών των δικαιωμάτων. Αν και ο κρατούμενος επωφελείται όπως και ένας ελεύθερος διάδικος της απόλαυσης των συμβατικών διαδικαστικών εγγυήσεων, η στέρηση της φυσικής ελευθερίας επιφέρει αδιαμφισβήτητα συνέπειες στην ικανότητα άσκησης των διαδικαστικών του δικαιωμάτων. Η υποταγή του κρατουμένου στις σωφρονιστικές αρχές, η επιτήρηση στην οποία υπόκειται, καθώς και ο εγκλεισμός του συνιστούν εμπόδια στην αποτελεσματική άσκηση κατά τον εγκλεισμό αυτών των διαδικαστικών δικαιωμάτων. Αναφορικά με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Barbier κατά Γαλλίας της 17ης Ιανουαρίου 2006 , όπου ο προσφεύγων είχε παραπονεθεί για δυσλειτουργία των σωφρονιστικών υπηρεσιών του σωφρονιστικού ιδρύματος όπου κρατείτο, η οποία οδήγησε στην απόρριψη της έφεσής του ως απαραδέκτως ασκηθείσα, καθίσταται αδιαμφισβήτητα σαφές ότι αφενός μεν δεν είναι πάντα απλό να ασκεί κανείς ένα δικαίωμα εντός ενός ιδρύματος που στερεί την φυσική ελευθερία, αφετέρου δε, πως εναπόκειται στην σωφρονιστική διοίκηση να εξασφαλίσει ότι αυτό το δικαίωμα θα καταστεί λειτουργικό στο χρόνο. Δύο είναι τα κεντρικά σημεία που έχουν καθορίσει την ενίσχυση της διαδικαστικής νομιμότητας εντός των σωφρονιστικών ιδρυμάτων και συγκεκριμένα αφενός μεν η μεταβολή της νομολογίας του Conseil d’Etat σχετικά με τα μέτρα εσωτερικής τάξης, αφετέρου δε η εισαγωγή των διαδικαστικών εγγυήσεων του κοινού δικαίου εντός των καταστημάτων κράτησης.
Η μελέτη των παρεχόμενων ένδικων βοηθημάτων και της δυνατότητας πρόσβασης των κρατουμένων ενώπιον του Γάλλου διοικητικού Δικαστή, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει μια πολύ αργή εξέλιξη, καθώς οι θεωρητικές σκέψεις για την βελτίωση των δυνατοτήτων πρόσβασης έρχονται αντιμέτωπες με τις δυσχέρειες της πρακτικής εφαρμογής τους από τους εγκλείστους. Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμηθεί η συμβολή του Γάλλου διοικητικού Δικαστή στην προσπάθεια προστασίας τόσο των ουσιαστικών όσο και των δικονομικών δικαιωμάτων των προσώπων που στερούνται τις ελευθερίας τους. Ο Δικαστής, με μια πραγματιστική ματιά, διέπλασσε το σωφρονιστικό δίκαιο και κατέστρωσε νέες εγγυήσεις προς όφελος των κρατουμένων. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του λειτουργικού πλαισίου στο οποίο βρίσκονται οι κρατούμενοι δικαιολογεί πολλές φορές τις δικαστικές λύσεις που υιοθετούνται. Ειδικότερα, ο Δικαστής έχει επιδοθεί σε ένα αέναο κυνήγι της εξεύρεσης της δίκαιης ισορροπίας ανάμεσα στην πραγματική προστασία των δικαιωμάτων των κρατουμένων και τις επιταγές της ασφάλειας και της ευταξίας εντός των σωφρονιστικών ιδρυμάτων. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτή η ισορροπία, η προστασία των δικαιωμάτων των κρατουμένων πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της στέρησης της ελευθερίας και του εγκλεισμού, το οποίο συνεπάγεται την ευαλωτότητα, την απουσία αυτονομίας, τον περιορισμό εκ φύσεως της άσκησης των δικαιωμάτων. Ακόμα, όμως, και αν είναι αποδεκτός ο περιορισμός της άσκησης των ουσιαστικών δικαιωμάτων λόγω των εγγενών απαιτήσεων του εγκλεισμού, δεν θα πρέπει να είναι δεκτός ο περιορισμός των διαδικαστικών δικαιωμάτων καθώς αυτά αποτελούν το αναγκαίο μέσο της προστασίας των ουσιαστικών δικαιωμάτων των κρατουμένων.
Η διαδικασία της εκτέλεσης της ποινής συνιστά αλληλένδετο στάδιο του ενιαίου συστήματος της ποινικής καταδίκης, η οποία περιλαμβάνει την προδικασία, την κύρια διαδικασία και την εκτέλεση των ποινών. Η έκτιση της ποινής, που αφορά στον τρόπο εκτέλεσής της δεν αποτελεί τμήμα του ελληνικού ποινικού δικονομικού δικαίου, αλλά έναν διακριτό κλάδο της νομικής επιστήμης, τον κλάδο του σωφρονιστικού δικαίου, έτσι όπως έχει αποτυπωθεί κυρίως στον Σωφρονιστικό Κώδικα (ν. 2776/1999). Τα τελευταία περίπου είκοσι έτη, η χώρα βρίσκεται σε μια διαρκή σωφρονιστική μεταρρύθμιση. Ως σημείο αφετηρίας ορίζεται η θέσπιση ενός νέου θεσμικού πλαισίου εγκλεισμού δυνάμει του Κώδικα Βασικών Κανόνων για την Μεταχείριση των Κρατουμένων (ν. 1851/1989), ο οποίος και αντικατέστησε τον προγενέστερο σωφρονιστικό Κώδικα του 1967. Το 1999 θεσπίστηκε ο νέος Σωφρονιστικός Κώδικας (ν. 2776/1999), όπου σύμφωνα με την σχετική αιτιολογική έκθεση αυτό που προέχει είναι η έκτιση της ποινής κατά της ελευθερίας μέσα στο πλαίσιο των επιταγών του Συντάγματος, των Διεθνών Συμβάσεων που επέχουν θέση νόμου αυξημένης τυπικής ισχύος, των νόμων του Ελληνικού Κράτους, καθώς και άλλων διεθνών ή διακρατικών κειμένων γενικής αναγνώρισης, όπως προπάντων οι ευρωπαϊκοί σωφρονιστικοί κανόνες 1973 και 1987. Η σύνδεση του κρατουμένου με το κοινωνικό περιβάλλον αλλά και το αντίστροφο αναγνωρίζονται στον Σωφρονιστικό Κώδικα, ως ουσιώδεις όροι της καλής λειτουργίας του συστήματος έκτισης των ποινών, γι' αυτό και ρυθμίζονται ιδιαίτερα στο έβδομο κεφάλαιο αυτού. Η επικοινωνία πραγματοποιείται με τις επισκέψεις, την ανταλλαγή επιστολών, την τηλεφωνική επικοινωνία, τις άδειες εξόδου από το κατάστημα και τους καθιερωμένους θεσμούς ημι-ελεύθερης διαβίωσης. Ακριβώς, επειδή οι εν λόγω θεσμοί αντιμετωπίζονται όχι ως προνόμια ή χαρίσματα προς τους κρατουμένους αλλ' ως εκφάνσεις ατομικών δικαιωμάτων τους ή ως δικλείδες ομαλής λειτουργίας αυτού τούτου του συστήματος έκτισης των ποινών, γι' αυτό τον λόγο καταβλήθηκε προσπάθεια άρτιας ρύθμισής τους χωρίς να διαστρέφεται το περιεχόμενό τους από τον φόβο ότι θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια του καταστήματος. Το Σύνταγμα δεν περιέχει ειδική διάταξη σχετικά με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του κρατουμένου, πέραν του δικαιώματος αποζημίωσης σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία, που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 7. Το δικαίωμα όμως δικαστικής προστασία των κρατουμένων δύναται να συναχθεί από την παρ. 1 του άρθρου 20 του Συντάγματος σύμφωνα με την οποία «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει».
Το σωφρονιστικό δίκαιο έχει απασχολήσει ελάχιστα τον Έλληνα διοικητικό Δικαστή, καθώς αυτός έχει έρθει σε μια επιδερμική επαφή με αυτό κυρίως στα πλαίσια εκδίκασης των αγωγών αποζημίωσης για βλάβη που έχουν υποστεί οι κρατούμενοι ή τα συγγενικά τους πρόσωπα εξαιτίας της τέλεσης παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των σωφρονιστικών οργάνων. Ο δικαστικός έλεγχος των σωφρονιστικών αποφάσεων και μέτρων που λαμβάνονται από τα σωφρονιστικά όργανα, παρά το γεγονός ότι επιδρούν στην προσωπική κατάσταση των κρατουμένων και ενδεχομένως θίγουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, επαφίεται αποκλειστικά στον ποινικό Δικαστή, ο οποίος είναι ο κατεξοχήν σωφρονιστικός Δικαστής. Όμως, αν γίνει δεκτή η θέση ότι τα σωφρονιστικά ιδρύματα δεν παύουν να αποτελούν δημόσιες υπηρεσίες και οι κρατούμενοι ιδιότυποι χρήστες τους, τότε τίθεται ο προβληματισμός ποιος θα μπορούσε να γνωρίζει καλύτερα τον ορθό τρόπο λειτουργίας μιας δημόσιας υπηρεσίας και, κατ’επέκταση, να διαφυλάξει την νομιμότητα σε αυτήν εκτός από τον Διοικητικό Δικαστή.
Η φυλάκιση έγκειται ουσιαστικά στην στέρηση της ελευθερίας και στις συνέπειες που απορρέουν για λόγους ασφαλείας, ενώ ο καταδικασθείς εξακολουθεί να διατηρεί το δικαίωμα του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των δεσμών με την οικογένειά του και τους φίλους του. Η ευρωπαϊκή νομολογία σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων που στερούνται της ελευθερίας τους επιβεβαιώνει αυτή τη διαπίστωση. Ο κρατούμενος, όπως, άλλωστε, όλοι οι άνθρωποι, απολαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που αφορούν τις προσωπικές του σχέσεις εν γένει. Είναι, πράγματι, σύμφυτη με την ανθρώπινη υπόσταση του, η δυνατότητα να συνάπτει ένα πρόσωπο σχέσεις με άλλα πρόσωπα. Η αναγνώριση από τον Ευρωπαίο Δικαστή της εφαρμογής κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του δικαιώματος σεβασμού της αλληλογραφίας, της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της συνάψεως γάμου, δημιουργεί την αίσθηση μιας ανθρωπιστικής αντίληψης αυτού. Το άτομο, αν και στερούμενο της ελευθερίας του και περιορισμένο σε έναν περίκλειστο χώρο, με την επιφύλαξη τήρησης των απαιτήσεων ασφαλείας, πρέπει να έχει την δυνατότητα να έλθει σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο. Αντιλαμβανόμενος της ανισότητας που υπάρχει μεταξύ των ελεύθερων ατόμων και των κρατουμένων κατά την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους, ο Ευρωπαίος Δικαστής δεν σταμάτησε στην απλή αναγνώριση της εφαρμογής των δικαιωμάτων αυτών κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού αλλά μέσω μιας δυναμικής ερμηνείας, διευκόλυνε και ενθάρρυνε την ανάπτυξη των προσωπικών σχέσεων κατά τον εγκλεισμό. Καταφανώς εμπνευσμένος από το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας όλων των προσώπων, ο Δικαστής χορήγησε στους κρατουμένους, χάριν της θεωρίας των θετικών υποχρεώσεων, μια ειδική προστασία των προσωπικών τους σχέσεων, με σκοπό ν’ αντισταθμίσει αυτήν την ανισότητα στην εφαρμογή των συμβατικών δικαιωμάτων.
Η διείσδυση στην φυλακή των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι σήμερα αδιαμφισβήτητη. Ο Ευρωπαίος Δικαστής, μέσω μιας δυναμικής ερμηνείας, διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής των συμβατικών δικαιωμάτων, καθώς και τις συνθήκες άσκησής τους, όλα αυτά δε προς όφελος των κρατουμένων. Η εισαγωγή αυτής της νέας «προβληματικής των δικαιωμάτων του ανθρώπου» στο περιβάλλον της φυλακής οδηγεί στο να εξεταστεί ο ενδεχόμενος ρόλος της από την άποψη της νομιμοποίησης της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, ιδίως αυτά που ευνοούν την επαφή του κρατούμενου με τους άλλους, οδηγούν στην επανεξέταση του θεσμού της στέρησης της ελευθερίας, τους στόχους και τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να επιτευχθούν αυτοί. Εξάλλου, ο ευστόχως επισημαίνεται ότι πρέπει να αναλογιστούμε την νομική ερμηνεία με τα χαρακτηριστικά της γλώσσας στην οποία τα γραπτά νομικά κείμενα διατυπώνονται, διότι, αυτή η γλώσσα είναι μια σημασιολογικά ασαφής γλώσσα, της οποίας οι εκφράσεις έχουν μια έννοια η οποία εξαρτάται από το περιεχόμενο στο οποίο χρησιμοποιούνται.
Κύρια θεματική κατηγορία:
Δίκαιο – Νομοθεσία
Λέξεις-κλειδιά:
κρατούμενοι, ιδιωτική σφαίρα, Διοικητικά Δικαστήρια
Ευρετήριο:
Ναι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
3
Εικονογραφημένη:
Όχι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
210
Αριθμός σελίδων:
283
ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΟ διορθωση pdf.pdf (3 MB) Άνοιγμα σε νέο παράθυρο