Η επίδραση του προεμμηνορυσιακού συνδρόμου (pms) σε δομικούς και λειτουργικούς δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου

Διδακτορική Διατριβή uoadl:2778890 252 Αναγνώσεις

Μονάδα:
Τομέας Υγείας - Μητέρας - Παιδιού
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης:
2018-07-18
Έτος εκπόνησης:
2018
Συγγραφέας:
Χατζηβασιλείου Παναγιώτα
Στοιχεία επταμελούς επιτροπής:
Αραβαντινός Λέων (επιβλέπων), Επίκουρος Καθηγητής, Ιατρική, Αρεταίειο Νοσοκομείο, ΕΚΠΑ
Κουσκούνη Ευαγγελία, Καθηγήτρια, Ιατρική, Αρεταίειο Νοσοκομείο, ΕΚΠΑ
Λαμπρινουδάκη Ειρήνη, Καθηγήτρια, Ιατρική, Αρεταίειο Νοσοκομείο, ΕΚΠΑ
Μπάκα Σταυρούλα, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική, Αρεταίειο Νοσοκομείο, ΕΚΠΑ
Πανουλής Κωνσταντίνος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Ιατρική, Αρεταίειο Νοσοκομείο, ΕΚΠΑ
Σταματελόπουλος Κίμων, Αναπληρωτής Καθηγητής, Ιατρική, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα, ΕΚΠΑ
Καπαρός Γεώργιος, Επίκουρος Καθηγητής, Ιατρική, Αρεταίειο Νοσοκομείο, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος Τίτλος:
Η επίδραση του προεμμηνορυσιακού συνδρόμου (pms) σε δομικούς και λειτουργικούς δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου
Γλώσσες διατριβής:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Η επίδραση του προεμμηνορυσιακού συνδρόμου (pms) σε δομικούς και λειτουργικούς δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου
Περίληψη:
Εισαγωγή: Το προεμμηνορυσιακό σύνδρομο (PMS) χαρακτηρίζεται από μεταβολές σωματικού και συναισθηματικού τύπου πριν και κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως που επιδρούν σημαντικά στην ποιότητα ζωής του ατόμου. Aν και οι ακριβείς μηχανισμοί που το προκαλούν δεν έχουν πλήρως αποσαφηνιστεί, εντούτοις φαίνεται ότι τόσο τα σωματικά, όσο και τα ψυχικά συμπτώματα σχετίζονται με μηχανισμούς αυξημένου φλεγμονώδους και οξειδωτικού stress. Δεδομένου ότι οι ανωτέρω διαδικασίες σχετίζονται με την εμφάνιση καρδιαγγειακών νόσων, είναι πιθανό το προεμμηνορυσιακό σύνδρομο να αυξάνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Σκοπός: Στην παρούσα μελέτη αξιολογήθηκε η επίδραση του προεμμηνορρυσιακού συνδρόμου σε δομικούς και λειτουργικούς αγγειακούς δείκτες και η πιθανότητα αύξησης του καρδιαγγειακού κινδύνου σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Επιπλέον, εξετάστηκε η συσχέτιση της υποκλινικής αγγειακής νόσου με τη συνύπαρξη των πολυμορφισμών C242T του γονιδίου CYBA και G894T του ΝΟS3 και των κλασικών παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου.
Υλικό και Μέθοδος: Στη μελέτη συμπεριλήφθησαν 70 υγιείς γυναίκες ηλικίας 18-45 ετών με φυσιολογικό καταμήνιο κύκλο, οι οποίες ανταποκρίθηκαν σε ανακοίνωση της Β’ Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής του Αρεταίειου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αθηνών διεξαγωγής αιματολογικού και αγγειολογικού ελέγχου. Έγινε καταγραφή του ιστορικού και των δημογραφικών δεδομένων των γυναικών, οι οποίες εξετάστηκαν σε δύο ευδιάκριτες φάσεις του καταμήνιου κύκλου τους (όψιμη ωοθυλακική και ωχρινική). Κατά τη διάρκεια των δύο επισκέψεων πραγματοποιήθηκαν μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, δειγματοληψία αίματος για βιοχημικό/ορμονολογικό έλεγχο και γονοτύπηση καθώς και σωματομετρικές και αγγειολογικές μετρήσεις. Η διάγνωση του προεμμηνορυσιακού συνδρόμου βασίστηκε αφενός σε ερωτηματολόγιο που αναπαρήγαγε την κλίμακα του Moos και αφετέρου σε δεύτερο ημερολόγιο προοπτικής καταγραφής των συμπτωμάτων, βασισμένο στα διαγνωστικά κριτήρια, όπως έχουν καθοριστεί από το Πανεπιστήμιο San Diego, California (USDC). Η αύξηση της προεμμηνορυσιακής δυσφορίας κατά 30% μεταξύ της 1ης και 2ης επίσκεψης ορίστηκε ως διαγνωστική για το PMS, σύμφωνα με τα κριτήρια του Εθνικού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας (ΝΙΜΗ). Οι αγγειολογικές μετρήσεις περιελάμβαναν την υπερηχογραφική μέτρηση του πάχους του έσω-μέσου χιτώνα της καρωτιδικής αρτηρίας (IMT), την εξαρτώμενη από τη ροή αγγειοδιαστολή της βραχιονίου αρτηρίας (FMD), την ταχύτητα του σφυγμικού κύματος (PWV) και τον κεντρικό αυξητικό δείκτη (Aix).
Αποτελέσματα: Οι 64 από τις 70 γυναίκες της μελέτης προσήλθαν στη 2η επίσκεψη. Από αυτές, οι 48 (75%) ταξινομήθηκαν ως PMS, ενώ οι 16 ως ομάδα ελέγχου (control). Aπό τα αποτελέσματα του ορμονολογικού ελέγχου προέκυψε ότι τα επίπεδα της προλακτίνης στις γυναίκες με PMS ήταν χαμηλότερα κατά την ωχρινική φάση του κύκλου σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Επιπλέον, οι γυναίκες με PMS είχαν χαμηλότερα επίπεδα αρτηριακής πίεσης κατά την ωοθυλακική φάση του κύκλου σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, ενώ κατά την ωχρινική φάση τα επίπεδα της κεντρικής διαστολικής πίεσης παρέμεναν σταθερά. Επίσης, κατά την αξιολόγηση των πολυμορφισμών στις 70 γυναίκες της μελέτης, προέκυψε ότι οι ομοζυγώτες (TT) για τον C242T είχαν χαμηλότερες τιμές συνδυασμένου και ICA-IMT και FMD, μετά την προσαρμογή για κλασικούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, ενώ η παρουσία του Τ αλληλίου του NOS3 πολυμορφισμού κατά τη μονομεταβλητή ανάλυση σχετίστηκε με υψηλότερες τιμές CB-IMT και PWV. Κατά την πολυμεταβλητή ανάλυση η συσχέτιση της παρουσίας του πολυμορφισμού NOS3 και του PWV ήταν σημαντική μετά την προσαρμογή για τους κλασικούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Επιπλέον, παρατηρήθηκε σταδιακή αύξηση του PWV στις γυναίκες με ταυτόχρονη παρουσία και των δύο γενετικών πολυμορφισμών NOS3 και CYBA, υποδεικνύοντας την αύξηση της αρτηριακής σκληρίας σε αυτές τις γυναίκες συγκριτικά με εκείνες με γονότυπο φυσικού τύπου.
Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι το προεμμηνορυσιακό σύνδρομο επιφέρει μεταβολές σε αιμοδυναμικές παραμέτρους, όπως η αρτηριακή πίεση, ενώ η παρουσία των πολυμορφισμών C242T και G894T φάνηκε να επηρεάζει δυσμενώς τις δομικές και λειτουργικές αγγειακές ιδιότητες σε συνδυασμό με τους κλασικούς δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου. Σημαντική είναι η παρατήρηση της σταδιακής αύξησης της αρτηριακής σκληρίας με την αθροιστική παρουσία των δύο πολυμορφισμών, τεκμηριώνοντας ενδεχομένως την συσχέτισή τους με τον υποκλινικό αγγειακό κίνδυνο.
Κύρια θεματική κατηγορία:
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά:
Προεμμηνορυσιακό σύνδρομο, Καρδιαγγειακός κίνδυνος
Ευρετήριο:
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
0
Εικονογραφημένη:
Ναι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
200
Αριθμός σελίδων:
198

Panagiota Chatzivasileiou PhD.pdf
3 MB
Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στο αρχείο. H πρόσβαση επιτρέπεται μόνο εντός του δικτύου του ΕΚΠΑ.