Εντερικός μικροβιόκοσμος σε σχέση με τον καρκίνο παχέος εντέρου και τη διατροφή

Διπλωματική Εργασία uoadl:2943521 8 Αναγνώσεις

Μονάδα:
Κατεύθυνση Κλινικοπαθολογοανατομική θεώρηση των νεοπλασιών του ανθρώπου
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης:
2021-04-19
Έτος εκπόνησης:
2021
Συγγραφέας:
Καρανίκκη Ευαγγελία
Στοιχεία επιβλεπόντων καθηγητών:
Περικής Φούκας, Αναπληρωτής Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Ιωάννης Γ. Παναγιωτίδης, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Αδαμαντίνη Κυριακού, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πρωτότυπος Τίτλος:
Εντερικός μικροβιόκοσμος σε σχέση με τον καρκίνο παχέος εντέρου και τη διατροφή
Γλώσσες εργασίας:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Εντερικός μικροβιόκοσμος σε σχέση με τον καρκίνο παχέος εντέρου και τη διατροφή
Περίληψη:
Η εμφάνιση νέων περιστατικών καρκίνου του παχέος εντέρου φαίνεται να διαγράφει ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια. Η νεοπλασματική αυτή εντόπιση αποτελεί τη δεύτερη και τρίτη συχνότερα καταγραφόμενη νόσο παγκοσμίως, σε γυναίκες και άνδρες αντίστοιχα. Τα αίτια ανάπτυξης εντερικής νεοπλασίας ανάγονται σε διάφορους παράγοντες, γενετικούς και επιγενετικούς (π.χ. διατροφή, ρύποι, ακτινοβολία). Η σύγχρονη ερευνητική κοινότητα προτείνει ότι η εντερική δυσβίωση, η διαταραχή δηλαδή της φυσιολογικής σύστασης του εντερικού μικροβιοκόσμου, εμπλέκεται στην εξέλιξη της νεοπλασματικής διαδικασίας. Σκοπός της παρούσας μελέτης, είναι η αξιολόγηση της συσχέτισης του εντερικού μικροβιοκόσμου με την ανάπτυξη καρκινογένεσης στο παχύ έντερο και με την ανταπόκριση στις αντικαρκινικές θεραπείες, αποσκοπώντας σε πιθανά ευρήματα που θα λειτουργήσουν θετικά ως προς την βελτιστοποίηση των ογκολογικών θεραπειών, τη μείωση της τοξικότητας αυτών και την εύρεση πιθανών κλινικών βιοδεικτών, ωφέλιμων για πρώιμη ανίχνευση και διάγνωση καρκίνου στο παχύ έντερο. Πραγματοποιείται ανασκόπηση των υπαρχουσών μελετών αναφορικά με μεμονωμένα βακτήρια και με σύνολο βακτηριακών κοινοτήτων που έχουν ογκογόνο δυναμικό. Αξιολογείται η επίδραση των μικροοργανισμών, όπως και διαφόρων διατροφικών προτύπων και διατροφικών παρεμβάσεων (προβιοτικών, πρεβιοτικών, συμβιοτικών) στην αποτελεσματικότητα των υπαρχουσών αντικαρκινικών θεραπειών και της συνοδής συμπτωματολογίας αυτών. Πραγματοποιήθηκε εκτενής αναζήτηση για διαφορετικών ειδών μελέτες, στη βάση δεδομένων PubMed/MEDLINE, για τη τελευταία δεκαετία. Συνολικά, από τις μελέτες που αφορούν την εντερική δυσβίωση ως παράγοντα κινδύνου για ανάπτυξη καρκινογένεσης, προκύπτουν διάφοροι μηχανισμοί, δίχως κάποιος από αυτούς να υπερτερεί έναντι του άλλου. Σημαντικό χαρακτηριστικό αποτέλεσε η ετερογένεια, ως προς τη μεθοδολογία των μελετών, όπως α) είδος παρεμβάσεων, β) συχγυτικοί παράγοντες, γ) διάρκεια παρακολούθησης. Συμπερασματικά, αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι η αφθονία συγκεκριμένων ειδών βακτηρίων προδιαθέτει σε αυξημένο κίνδυνο εντερικής ογκογένεσης, το καθένα με διαφορετικό μηχανισμό δράσης. Μερικοί ερευνητές δεν δέχτηκαν αυτή τη σκέψη και περιέγραψαν ότι οι βακτηριακές κοινότητες συνολικά, στο πλαίσιο εντερικής δυσβίωσης, είναι αυτές που έχουν ικανό ογκογόνο χαρακτήρα, και όχι μεμονωμένα βακτήρια. Κι οι δυο απόψεις μπορούν να επηρεάσουν εξίσου ως προς την εξαγωγή ενός συνολικά αποδεκτού συμπεράσματος. Στην παρούσα διπλωματική εργασία μελετήθηκε επίσης και η επίδραση του εντερικού μικροβιοκόσμου στην ανταπόκριση στις σύγχρονες αντικαρκινικές θεραπείες. Η εντερική δυσβίωση φαίνεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ανταπόκριση στην χημειοθεραπεία, την ανοσοθεραπεία και το χειρουργείο, όπως επίσης και να αποτελεί ικανή συνθήκη αύξησης της τοξικότητας/ επιβλαβών επιπτώσεων από τις εν λόγω θεραπείες. Επιπρόσθετα διερευνήθηκε ο ρόλος της δίαιτας στη διαμόρφωση του εντερικού μικροβιοκόσμου και κατ’ επέκταση στον κίνδυνο εντερικής καρκινογένεσης, τόσο μεμονωμένα αναφορικά με τα μακροθρεπτικά όπως για παράδειγμα το λίπος, ομάδων τροφών (π.χ. κρέατος) , όσο και συνολικά ως πρότυπα διατροφής, για παράδειγμα δυτικού τύπου, μεσογειακού τύπου διατροφή. Στην βιβλιογραφία υπάρχουν διαθέσιμες έρευνες οι οποίες αξιολογούν την πιθανή ικανότητα των προ-, πρε- βιοτικών και συμβιοτικών, να αναστέλλουν την ογκογένεση ή να μειώνουν την τοξικότητα που σχετίζεται με τις αντικαρκινικές θεραπείες, ενώ μικρός αριθμός μελετών έχει αξιολογήσει το δυναμικό αυτών στην ενίσχυση της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας. Συνεπώς, η μέθοδος στόχευσης του εντερικού μικροβιοκόσμου φαίνεται να είναι πολλά υποσχόμενη όσον αφορά την αύξηση της αποτελεσματικότητας των αντικαρκινικών θεραπειών και την μείωση της τοξικότητας τους. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει ακόμα εδραιωθεί διότι η ερευνητική κοινότητα έχει ολοκληρώσει κατά βάση προκλινικές μελέτες σε ζωικά πρότυπα με έκτοπους όγκους και τα οποία έχουν υποβληθεί σε διαδικασίες ανοσολογικής επεξεργασίας πριν από τη μεταφορά τους στον νέο ξενιστή. Αυτά τα μοντέλα δεν αντικατοπτρίζουν επαρκώς τις συνεχώς μεταβαλλόμενες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στο ανοσολογικό σύστημα και τον όγκο κατά τη διάρκεια διαδικασιών εξάλειψης του καρκίνου, στα στάδια ισορροπίας και διαφυγής. Για μια βαθύτερη κατανόηση των υποκείμενων μοριακών μηχανισμών, πιθανώς θα χρειαστούν εξανθρωπισμένα ζωικά μοντέλα ή μοντέλα αυθόρμητης ογκογένεσης.
Κύρια θεματική κατηγορία:
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά:
Καρκίνος παχέος εντέρου, Εντερικός μικροβιόκοσμος, Εντερική δυσβίωση, Αντικαρκινικές θεραπείες, Διατροφή, Ογκογόνα μεταβολικά μονομάτια
Ευρετήριο:
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
0
Εικονογραφημένη:
Ναι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
197
Αριθμός σελίδων:
99
Gut microbiota, CRC and nutrition.pdf (1 MB) Άνοιγμα σε νέο παράθυρο