Κληρονομικό Δίκαιο και Κληρονομικό Δικαίωμα: Ζητήματα Διανεμητικής και Μη Διανεμητικής Δικαιοσύνης

Διπλωματική Εργασία uoadl:2864596 736 Αναγνώσεις

Μονάδα:
Κατεύθυνση Φιλοσοφία Δικαίου
Βιβλιοθήκη Νομικής Σχολής
Ημερομηνία κατάθεσης:
2019-03-01
Έτος εκπόνησης:
2019
Συγγραφέας:
Βαλλιανάτος Παναγιώτης
Στοιχεία επιβλεπόντων καθηγητών:
Φίλιππος Βασιλόγιαννης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Νομική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Βασίλειος Βουτσάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Νομική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Νικόλαος Παπασπύρου, Επίκουρος Καθηγητής, Νομική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πρωτότυπος Τίτλος:
Κληρονομικό Δίκαιο και Κληρονομικό Δικαίωμα: Ζητήματα Διανεμητικής και Μη Διανεμητικής Δικαιοσύνης
Γλώσσες εργασίας:
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος:
Κληρονομικό Δίκαιο και Κληρονομικό Δικαίωμα: Ζητήματα Διανεμητικής και Μη Διανεμητικής Δικαιοσύνης
Περίληψη:
Στην παρούσα εργασία επιχείρησα να προσεγγίσω αναστοχαστικά το κληρονομικό δικαίωμα. Με τον όρο κληρονομικό δικαίωμα αναφέρομαι τόσο στο δικαίωμα του διαθέτη να ορίσει κληρονόμους στην περιουσία που είχε κατά τον χρόνο του θανάτου του, όσο και στο δικαίωμα των κληρονόμων -ιδίως των συγγενών- να διαδεχθούν τον νεκρό στην περιουσία του. Με αυτό δεν εννοώ κάτι διαφορετικό από τα ζητήματα μη διανεμητικής και διανεμητικής δικαιοσύνης που ανακύπτουν από την αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος.
Ξεκίνησα με την προσέγγιση και την κριτική αποτίμηση των παραδεδομένων αρχών του κληρονομικού δικαίου, όπως αυτές μπορούν να ανευρεθούν στον ελληνικό αστικό κώδικα και στην σχετική βιβλιογραφία. Προχώρησα σε μία εξέταση της βασικής παραδοχής επί της οποίας βασίζεται το κληρονομικό δικαίωμα από την πλευρά του διαθέτη, ότι δηλαδή το δικαίωμα του να ορίζει την τύχη της περιουσίας που είχε ως πρόσωπο – εν ζωή- μετά τον θάνατο του εμπεριέχεται αναγκαστικά στο δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας, πράγμα το οποίο επιχειρηματολόγησα πώς υπάρχουν λόγοι, ώστε να μην θεωρηθεί ορθό και αληθές. Στο σημείο αυτό επιχείρησα να καταδείξω ότι υιοθετώντας ακόμα και τις πλέον ελευθεριακές (libertarian) παραδοχές, υποστηρικτικές της ιδιοκτησίας, ο μη σεβασμός στην βούληση του νεκρού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι του παραβιάζει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, γιατί κάτι τέτοιο δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί συνεπώς με βάση τις παραδοχές των θεωριών αυτών. Όσον αφορά στα δικαιώματα των εν ζωή συγγενών του νεκρού – διαθέτη να τον διαδεχθούν στην περιουσία του, πιστεύω ότι η τουλάχιστον σε επίπεδο ελληνικού δικαίου και βιβλιογραφίας θεμελίωση στην προστασία της οικογένειας στερείται επιχειρηματολογικής και κανονιστικής πυκνότητας. Όσον αφορά τον επιζώντα σύζυγο το ίδιο το δίκαιο με την παρούσα μορφή του έχει δώσει μία εξαιρετικά επιτυχή λύση, η οποία αντλεί από αρχές μη διανεμητικής δικαιοσύνης: Ο επιζών σύζυγος καλείται αρχικώς ως δανειστής της κληρονομίας με την αξίωση της συμμετοχής στα αποκτήματα. Αυτή η αξίωση από κοινού με μία ευρύτερη αξίωση διατροφής η οποία μπορεί να θεωρηθεί καλά θεμελιωμένη στο πλαίσιο των οικογενειακού δικαίου σχέσεων θεωρώ ότι είναι η αρτιότερη θεμελίωση τόσο για τον επιζώντα σύζυγο, όσο και για τα τέκνα του αποθανόντος ενός δικαιώματός τους επί της περιουσίας.
Η ορθή επομένως προσέγγιση από άποψη των αρχών μη διανεμητικής δικαιοσύνης, όσον αφορά το δικαίωμα των συγγενών στην σχολάζουσα περιουσία είναι αυτή της αντιμετώπισής τους ως δανειστών και μάλιστα ως προνομιούχων σε σύγκριση με τους υπόλοιπους πιθανούς δανειστές. Η δε εκ του νόμου εξ αδιαθέτου- διαδοχή – η οποία μεν βασίζεται στην εικαζόμενη βούληση του διαθέτη- αλλά ακόμα πιο ξεκάθαρα η αναγκαστική διαδοχή – η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την διατυπωμένη βούληση του διαθέτη- θέτουν νομίζω σοβαρά ζητήματα ασυνέπειας με την υποτιθέμενη αυτονόητη αναγνώριση του δικαιώματος του νεκρού να ορίζει την τύχη της περιουσίας του ως θεμελιωτικού λόγου της αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος. Η υπάρχουσα ήδη νομοθεσία παραβιάζει την ίδια την θεμελιακή της παραδοχή, το δικαίωμα δηλαδή του αποθανόντος στην περιουσία του. Η δε δικαιολόγηση αυτής με την αναγνώριση τάχα ως αντικρουόμενων μεγεθών του δικαιώματος της ιδιοκτησίας του διαθέτη και της προστασία της οικογένειας (υποθέτω ως συνταγματικού σκοπού της πολιτείας) είναι εξαιρετικά αδύναμη, καθώς πέραν των άλλων περιορίζει ένα δικαίωμα χάριν ενός κατεξοχήν ηθικολογικού σκοπού του κράτους. Σε αυτό το σημείο επαναδιατυπώνω την θέση που υποστήριξα για την αναγνώριση των συγγενών ως δανειστών του αποθανόντος -των τέκνων ως δικαιούμενων διατροφής και του επιζώντος συζύγου ως δικαιούμενου της επιστροφής της επαύξησης της περιουσίας του αποθανόντος μέσω της αξίωσης της συμμετοχής στα αποκτήματα- προκειμένω να θεμελιώσω νομίζω αρτιότερα και σύμφωνα με τις αρχές μη διανεμητικής δικαιοσύνης το δικαίωμα των μελών της οικογένειας στην απόλαυση μέρους της περιουσίας του αποθανόντος, τα οποία τους ανήκουν όχι για λόγος κληρονομικού δικαίου – δηλαδή όχι επειδή ο διαθέτης και ήδη νεκρός ήθελε και μπορούσε να τους τα μεταβιβάσει. Αλλά σίγουρα ούτε επειδή το κράτος προστατεύει την οικογένεια.
Στην συνέχεια και ιδίως στην προσέγγιση του κληρονομικού δικαιώματος από άποψη διανεμητικής δικαιοσύνης ξεκινήσαμε εξετάζοντας την δυνατότητα και το δικαιολογημένο της επιβολής ενός φόρου κληρονομίας. Εξέτασα δύο θεωρίες διανεμητικής δικαιοσύνης, αυτή του Rawls και αυτή του Νόζικ, ενώ παρουσίασα το δικαιολογημένο αυτής υπό το αυστηρότερο δυνατό επιχείρημα περί της φορολογίας ως κατά τι αναγκαστικής εργασίας, όπως αυτό αποτυπώθηκε από τον RobertNozick. Η επιβολή του φόρου κληρονομίας, καθώς δεν προσβάλλει το δικαίωμα το διαθέτη – αφού αυτός είναι πλέον μη πρόσωπο ως νεκρός- στην ιδιοκτησία του είναι δικαιολογημένη. Ο φόρος επιβάλλεται στον κληρονόμο, ο οποίος καθίσταται με την αποδοχή της κληρονομίας πλουσιότερος από μεταβίβαση σε αυτόν πλούτου για τον οποίο δεν έχει εργαστεί και ως εκ τούτου είναι νομίζω δικαιολογημένος, ακόμα και ενός φόρου στην πλήρη αξία της κληρονομούμενης περιουσίας. Επιπλέον, για πρακτικούς κυρίως λόγους αξίζει να αναφερθεί το ζήτημα του δικαιολογημένου ή μη ενός φόρου δωρεάς. Ανακύπτει ισχυρό ένα επιχείρημα περί του λυσιτελούς της επιβολής ενός υψηλού φόρου κληρονομίας, δεδομένου ότι εξακολουθεί να υπάρχει πάντα η οδός της εν ζωή δωρεάς, μέσω της οποίας ο μελλοντικός κληρονόμος μπορεί να λάβει νωρίτερα την περιουσία απαλλαγμένη από την υποχρέωση καταβολής του ας υποθέσουμε ιδιαίτερα υψηλού φόρου κληρονομίας. Σε αυτό το σημείο αναγνωρίζω ότι οι λόγοι που δικαιολογούν και θεμελιώνουν έναν φόρο κληρονομίας δεν μπορούν να συντρέχουν και για την επιβολή ενός φόρου δωρεάς. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τίθεται με περιορισμούς ως προς τις επιλογές εξουσίασης επί του αντικειμένου της, επομένως ένας φόρος δωρεάς, ο οποίος θα επιβάλλεται στον μεταβιβάζοντα την περιουσία είναι πράγματι αδικαιολόγητος. Παρ’ όλα αυτά, επιχειρηματολογώ υπέρ του δικαιολογημένου επιβολής φόρου δωρεάς στον αποκτώντα, ο οποίος καθίσταται πλουσιότερος. Σε κάθε περίπτωση όμως, πιστεύω ότι ακόμα και με τις πρακτικές δυσχέρειες περί λυσιτέλειας ο υψηλός φόρος κληρονομίας είναι και πρακτικά σκόπιμος -γιατί δεν είναι απαραίτητο ότι μεταβιβάζεται πλήρης η περιουσία με εν ζωή δωρεές- αλλά και ηθικά επιβεβλημένος για λόγους διανεμητικής δικαιοσύνης
Κύρια θεματική κατηγορία:
Δίκαιο – Νομοθεσία
Λοιπές θεματικές κατηγορίες:
Φιλοσοφία του δικαίου
Λέξεις-κλειδιά:
Κληρονομικό Δίκαιο, Κληρονομία, Φιλοσοφία Δικαίου, Διανεμητική Δικαιοσύνη, Διορθωτική Δικαιοσύνη, Ιδιοκτησία, Πολιτική Φιλοσοφία, Φορολογία
Ευρετήριο:
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου:
0
Εικονογραφημένη:
Όχι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών:
48
Αριθμός σελίδων:
39
Παναγιώτης Βαλλιανάτος_Κληρονομικό Δίκαιο και Κληρονομικό Δικαίωμα_ΠΜΣ ΦΙλοσοφίας_2018.pdf (576 KB) Άνοιγμα σε νέο παράθυρο